ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα βάρη της ρύπανσης

Οι συγκλίνουσες επιστημονικές μετρήσεις, που δείχνουν συγκέντρωση αιωρουμένων μικροσωματιδίων στα όρια του συναγερμού στην Αθήνα, είναι πολύ πιθανόν να περάσουν «απαρατήρητες». Σε μία μεγαλούπολη με σοβαρό πρόβλημα φωτοχημικής και ατμοσφαιρικής ρύπανσης, επικίνδυνο για την ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων της και δυσφημηστικό για τον τουρισμό της, που όμως «κατόρθωσε» να το παραμερίσει και να το θυμάται μόνον όποτε υπάρχει ανάγκη έκτακτων κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, δεν έχει κανείς πολλές ελπίδες ότι οι τωρινές ανησυχητικές διαπιστώσεις θα μας απασχολήσουν όσο θα έπρεπε.

Και όμως, αν οι μετρήσεις είναι ακριβείς και τα επιστημονικά συμπεράσματα βάσιμα, η υπερσυγκέντρωση μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα ενδέχεται να υποσκάπτει μακροπρόθεσμα την υγεία των κατοίκων της πρωτεύουσας, ενώ είναι σε κάθε περίπτωση βέβαιον ότι υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής τους, ώστε θα έπρεπε να αποτελεί μείζον ζήτημα τόσο για τις αρχές, όσο και για τους μηχανισμούς δημοσίου ελέγχου τους – από το Κοινοβούλιο μέχρι τα μέσα ενημέρωσης. Αντ’ αυτού, αντιπαρερχόμαστε το ζήτημα μέσα σε σχετική σιωπή, ίσως επειδή «μάθαμε να ζούμε με τη ρύπανση». Και επειδή «μάθαμε» στην ατμοσφαιρική επιβάρυνση, δεν προσέξαμε την αύξησή της εξαιτίας των ολυμπιακών έργων, στα οποία αποδίδεται σημαντικό μερίδιο «ευθύνης», κοντά στους γνωστούς επιβαρυντικούς παράγοντες των καταλοίπων της καύσης του πετρελαίου και της βιομηχανικής ρύπανσης.

Το τελευταίο δεν αποτελεί υπερβολή, αλλά μείζονα παράμετρο του όλου ζητήματος, καθώς οι επιστημονικές εκτιμήσεις δεν καταλείπουν ιδιαίτερη αμφιβολία ότι η υπερσυγκέντρωση σωματιδίων στην αθηναϊκή ατμόσφαιρα αποτελεί φαινόμενο άμεσα συνδεδεμένο με το χώμα, τη σκόνη και τα σωματίδια που απελευθερώνονται από το πλήθος των εκσκαφών και έργων για την ολυμπιακή προετοιμασία της Αθήνας. Ερχεται, έτσι, να αποδειχθεί ότι, εκτός από την έλλειψη κάθε πρόνοιας για την αποφυγή των πλημμυρών του Κηφισού που ταλάνισαν πέρυσι πλήθος συνοικιών της «περιοχής πρωτευούσης», δεν υπήρξε ούτε πρόνοια προστατευτικού σχεδιασμού για την ατμοσφαιρική επιβάρυνση από τις συνεχείς και γειτνιάζουσες εκσκαφές. Εκσκαφές, με τις οποίες ενδέχεται να σχετίζεται και η αγνώστου αιτίας δυσοσμία σε συνοικίες του αθηναϊκού νότου.

Παρότι η διάκριση δεν διαφοροποιεί τις συνέπειες, εύχεται κανείς η έλλειψη πρόνοιας να οφείλεται στο ότι ουδείς προέβλεψε το πρόβλημα – και όχι σε επιλογή της διοίκησης να το παρασιωπήσει. Είναι, όμως, δύσκολο να πιστέψει κανείς την πρώτη εκδοχή, ιδίως αν λάβει υπόψη του ότι σε πολλά άλλα -και δη τα οικονομικά- η διοίκηση άφησε τον χρόνο να περάσει, ώστε να αποκτήσει το επιχείρημα της «επείγουσας ανάγκης» προετοιμασίας των αγώνων και να δυνηθεί να αναθέτει απευθείας έργα, για τα οποία θα όφειλαν να γίνουν σχολαστικοί διαγωνισμοί, ή να κηρύσσει απαλλοτριώσεις με συνοπτικές διαδικασίες. Ισως και εδώ, η πρόνοια για τη ρύπανση να θεωρήθηκε οχληρή λεπτομέρεια…

«Συνηθισμένοι» στο νέφος, δεν πρέπει να συνηθίσουμε και στην πραγματικότητα της νέας ρύπανσης. Και κυρίως δεν πρέπει να αποδεχθούμε ως αναπόφευκτη την κατά καιρούς «επίσπευση» διαφόρων κρατικών «προτεραιοτήτων», με μόνιμη αδιαφορία για την υγεία και το επίπεδο ζωής του μέσου πολίτη.