ΑΠΟΨΕΙΣ

«Αταξικοί» αγώνες

K αι όσοι μεν είχαν την έμπνευση ή βοήθησαν να διεκδικήσει και να «πετύχει» η Ελλάδα τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων θα εισπράξουν από τους θεούς την αμοιβή που τους αξίζει. Οι άλλοι μπορούμε πάντως να παρηγοριόμαστε με τη σκέψη ότι θεομηνία είναι και θα περάσει και ότι ο τόπος μας, στη μακραίωνη ιστορία του, έχει γνωρίσει και χειρότερες θεομηνίες κι έχει επιζήσει. Τώρα, αυτή η θεομηνία του 2004 έχει πια γίνει για μας πεπρωμένο που «φυγείν αδύνατον».

Αυτό το πεπρωμένο, τι πρέπει κανείς να εύχεται, να πετύχει και έτσι να επιβραβευθούν όσοι το προκάλεσαν και όσοι το εκμεταλλεύονται, ή να αποτύχει κι έτσι να εισπράξουμε όλοι τη διαπόμπευση; H ερώτηση δεν έχει πολύ νόημα γιατί όλα είναι σχετικά κι η επιτυχία και η αποτυχία και η σκοπιά από την οποία την κρίνει κανείς. Το πιθανότερο είναι ότι τα «ολυμπιακά έργα» κάπως θα έχουν περίπου τελειώσει (με όσες κακοτεχνίες και με όσες υπερβάσεις προδικάζει η βιαστική κατασκευή τους) και ότι οι Αγώνες κάπως θα διεξαχθούν με τις απαραίτητες βαλκανικές προσεγγίσεις και ανεπάρκειες – τελικά όλα τα πανηγύρια του τσίρκου θα γίνουν στα μέτρα και στα γούστα των διαφημιστών, των διαφημιζομένων και των ντοπαρισμένων.

Πολλοί παρηγορούνται από τώρα για όσα πρόκειται να συμβούν (και όσα ξοδεύονται και πρόκειται να ξοδευτούν – από την τσέπη τους, αλλά αυτό δεν το καταλαβαίνουν) με τη σκέψη ότι έτσι τουλάχιστον θα αναμορφωθεί η Αθήνα με μερικά έργα που αλλιώς δεν θα γίνονταν. Και δεν καταλαβαίνουν ότι η σκέψη αυτή αποτελεί ύβρη για το ελληνικό κράτος και για τον κάθε πολίτη του: αν τα έργα πραγματικά χρειάζονταν, αν τα χρήματα, τα σχέδια και οι τεχνικές δυνατότητες για την κατασκευή τους υπήρχαν γιατί δεν μπορούσαν να γίνουν με ηρεμότερο σχεδιασμό, με κανονικότερες δημοπρασίες και αναθέσεις, έστω και αν ο ρυθμός τους θα ήταν κάπως βραδύτερος; Μας διαφεύγει ότι τα έργα που γίνονται τώρα δεν χρηματοδοτούνται από κάποιους τρίτους «δωρητές». Και ότι για τα έργα αυτά η ώρα της αλήθειας θα σημάνει όταν θα πέσει η τελική αυλαία του τσίρκου και θα αναρωτιώμαστε τι θα γίνουν (αν δεν καταρρεύσουν εγκαίρως) όλα τα ποδηλατοδρόμια, τα κωπηλατοδρόμια, τα τεράστια κέντρα Τύπου και τα διάφορα τεχνητά «χωριά» που θα έχουν κατασκευαστεί.

Μια πόλη χωρίς ταξί

Τα έργα κάπως θα έχουν γίνει και η απότερη τύχη τους (ή ατυχία μας) θα καθοριστεί μετά. Οι υπηρεσίες όμως που χρειάζονται γι’ αυτήν τη φιέστα; Δεν αναφέρομαι στους εθελοντές γιατί πιστεύω ότι θα υπάρξει επάρκεια παρδαλών κατσικιών για να γελάσουν. Θέλω εδώ να αναφερθώ σε κάτι πολύ πιο στοιχειώδες, στην ουσιαστική ανυπαρξία των ταξί παρά την πληθώρα τους που δίνουν στους δρόμους της Αθήνας ένα κίτρινο επίχρισμα. Είχαν ποτέ οι αρμόδιοι οργανωτές και υψηλόβαθμοι υπεύθυνοι την ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι οι τρόποι λειτουργίας των ταξί της Αθήνας μοιάζουν με κακόγουστο ανέκδοτο; Γίνονται έστω μέτριοι Ολυμπιακοί Αγώνες με αυτό το σύστημα;

Το πρώτο που, βέβαια, θα ξαφνιάσει τον ξένο επισκέπτη είναι η πολλαπλή μίσθωση. Θα νομίζει ότι μπαίνει σε ταξί και θα έχει βρεθεί σε μικρό λεωφορειάκι (ντολμούς το λέγαν παλαιότερα στην Τουρκία) με δύο κρίσιμες διαφορές: ότι η διαδρομή του εξαρτάται από τις επιθυμίες του πελάτη και ότι ως εισιτήριο πληρώνεται από τον κάθε πελάτη ολόκληρο το ποσόν που αναγράφεται στο ταξίμετρο. H πολλαπλή μίσθωση έχει και παρεπόμενες συνέπειες: ότι το στρίμωγμα εξαρτάται από την καλοσύνη του ταξιτζή, ότι η διαδρομή μπορεί να περιέχει απρόοπτες (αλλά πληρωμένες…) περιπλανήσεις, ότι αν το ταξί το ζητούν περισσότεροι άνθρωποι μαζί ο ταξιτζής συχνά αρνείται να τους πάρει γιατί του εμποδίζουν την πολλαπλή μίσθωση.

Διαδρομή και επιβίβαση

Λέχθηκε παραπάνω ότι η διαδρομή εξαρτάται από τις επιθυμίες του πελάτη. Αυτό, βέβαια, είναι σχήμα λόγου. Γιατί ο πελάτης, πριν μπει στο ταξί, ακόμα και το άδειο, πρέπει να δηλώσει τον προορισμό του για να εγκριθεί από τον ταξιτζή. Δεν είναι πάντα σαφές για ποιους λόγους ο ταξιτζής συχνά απορρίπτει τον ζητούμενο προορισμό. Μπορεί γιατί αυτός θέλει να πάει κάπου αλλού (για άλλη υποσχεμένη κούρσα ή για άλλη δουλειά), μπορεί γιατί εκεί όπου θέλει να πάει ο πελάτης έχει κίνηση και καθυστερήσεις, μπορεί γιατί οι πιθανότητες πολλαπλής μίσθωσης είναι εκεί περιορισμένες. Και δεν είναι μόνον ότι ο προορισμός πρέπει να εγκριθεί από τα πριν. Είναι και ότι ο υποψήφιος πελάτης πρέπει να έχει ασκηθεί στην ταχύτητα και τη διαδικασία της αναγγελίας του προορισμού: χωρίς το ταξί να έχει σταματήσει, με κάποια μείωση της ταχύτητας που δέχεται να κάνει ο οδηγός, ο υποψήφιος πελάτης πρέπει να σπεύσει να φωνάξει από το μπροστινό παράθυρο πού πηγαίνει, καθαρά, δυνατά και χωρίς πολλές λεπτομέρειες. O ταξιτζής θα σταματήσει τελείως αν κρίνει ότι η διαδρομή τον βολεύει, υποδεικνύοντας συγχρόνως με το νόημα στον πελάτη πού κρίνει ο ταξιτζής ότι πρέπει να καθίσει. Και αλίμονο αν ο πελάτης αργήσει να μπει στο ταξί που συνήθως έχει σταματήσει παράνομα. Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν οι ξένοι «φίλαθλοι», στη σχετικά σύντομη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, θα προλάβουν να ασκηθούν στο άθλημα αυτό.

Παρατράγουδα και συγκρίσεις

Και από πολλά άλλα θα ξαφνιαστούν οι ξένοι μας στην επαφή τους με τα αθηναϊκά ταξί. Ισως η καθιέρωση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος να περιορίζει κάπως τις δυνατότητες ταχυδακτυλουργιών με το κόμιστρο όπως σε παλαιότερες εποχές όπου η αναγραφόμενη τιμή από εκατοντάδες μετατρεπόταν σε χιλιάδες (φτηνό το ελληνικό ταξί, αλαφιασμένος κατά την άφιξή του ο ξένος…). Παραμένουν όμως, άλλα περίεργα, όπως για παράδειγμα ότι καμιά ώρα πριν από τα μεσάνυχτα εξαφανίζονται τα ταξί στο αεροδρόμιο για να εισπράξουν την αυξημένη μεταμεσονύχτια ταρίφα. Υπάρχουν μάλιστα και πιο ακραίες ιδιομορφίες, όπως κάποια που μου διηγήθηκε αξιόπιστος αλλοδαπός φίλος: όταν επέμενε να πάει σε κάποιο παραθαλάσσιο εστιατόριο, άλλο από εκείνο που του συνιστούσε ο ταξιτζής, το ταξί ξαφνικά χάλασε και τον παράτησε στη μέση του δρόμου (και γιατί όχι; – εδώ χαλάνε τα βαπόρια της γραμμής όταν δεν έχουν αρκετή πληρότητα).

Ολοι ξέρουμε πόσο κακομαθημένοι είναι κατά κανόνα οι ξένοι σε αυτό το θέμα: Βεβαίως, σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, τα ταξί είναι σαφώς ακριβότερα, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν και λειτουργούν για ιδιωτικές εξατομικευμένες μετακινήσεις επιβατών. Με οδηγούς ευγενείς, ευπρεπώς ντυμένους, χωρίς να καπνίζουν και χωρίς μουσική αν δεν τη ζητήσει ο πελάτης, βρίσκονται στην πιάτσα τους ή ανταποκρίνονται ταχύτατα στην τηλεφωνική κλήση, σε πηγαίνουν μόνο σου όπου θέλεις, περιμένουν όσο θέλεις και οι αστυνομικοί έλεγχοι είναι τέτοιοι που δεν διανοούνται να βάλουν ταρίφα μεγαλύτερη από την κανονική. Με τέτοιες εικόνες στο μυαλό τους οι ξένοι προσγειώνονται ανώμαλα στην ελληνική «ταξική» πραγματικότητα.

Κάποιο συμμάζεμα της πραγματικότητας αυτής θα ήταν αναγκαίο αν είναι να μην αποτελέσουν τα ελληνικά ταξί έναν ακόμα λόγο δυσφήμισης του τόπου με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων. Αλλά, το πιθανότερο είναι ότι τίποτα δεν θα γίνει γιατί κανείς δεν θα θελήσει να κακοκαρδίσει την οικεία συντεχνία. Ετσι οι αγώνες θα είναι αταξικοί!