ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

«…Τα κυβερνητικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ διαχειρίζονται συμβατικά, ή σχολιάζουν, προβλήματα και καταστάσεις μιας κοινωνίας τα σημερινά χαρακτηριστικά της οποίας αγνοούν. Κυβερνητικοί και κομματικοί παράγοντες αναφέρονται αορίστως σε «κοινωνικές πολιτικές», σε «κοινωνικές ευαισθησίες (τους), στην «καθημερινότητα» του πολίτη…».

Ηηγεσία του ΠΑΣΟΚ κάνει ό,τι το δυνατόν αυτήν την περίοδο, προκειμένου με μια σειρά τακτικών κινήσεων και «πρωτοβουλιών» να βάλει φρένο στην κατηφορική πορεία του πολιτικού οχήματός του και να δημιουργήσει, στην κοινή γνώμη, την εντύπωση πως έστω και με καθυστέρηση κάποιο δυναμικό κυβερνητικό έργο πρόκειται να παραχθεί προσεχώς. Τα όσα συμβαίνουν ήδη σχετικώς με αυτές τις προσπάθειες του κ. Σημίτη και των στενών συνεργατών του, οι εσωτερικές «ίντριγκες» στο κόμμα, οι σχέσεις μεταξύ «κορυφαίων» στελεχών, η «περίπτωση» του κ. Χρυσοχοΐδη, το άκομψο «άδειασμα» του κ. Λαλιώτη, τα «κόλπα για την κάλυψη εκλογικών αναγκών, όλα αυτά έχουν το δικό τους ενδιαφέρον, καθώς δεν λείπουν και «σκαμπρόζικες» παρασκηνιακές «λεπτομέρειες» και χιουμοριστικά σχόλια για τα δύο «ανοίγματα» του πρωθυπουργού προς τους κ. Μπίστη και Κοντογιαννόπουλο. Πολύ πιο μεγάλο ενδιαφέρον έχει, όμως, νομίζουμε, το ότι η ηγεσία K. Σημίτη δείχνει αποφασισμένη να βαδίσει προς τις επόμενες εκλογές με άλυτα τα βασικά πολιτικά προβλήματα που αποτελούν και την αιτία του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει την τελευταία τριετία.

Με εξαντλημένη προ πολλού τη «μεταρρυθμιστική» δυναμική της, που προβλήθηκε στη «μεταβατική» περίοδο της πορείας προς την ONE, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να σχεδιάσει νέες, παραγωγικές, πολιτικές στη βάση των νέων οικονομικών – κοινωνικών δεδομένων, που δημιουργήθηκαν από το ξεκίνημα της δεκαετίας ’90 στην Ελλάδα. Και με τη συμπεριφορά της, η «εκσυγχρονιστική» ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δείχνει σήμερα ότι ακόμη και αν θα κατάφερνε να κερδίσει με «επικοινωνιακά» ή και άλλα τεχνάσματα τις επόμενες εκλογές, δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα που έχει τώρα ενώπιόν της, με τρόπο άλλον από τον σημερνό.

Το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό μπλοκ», αλλά και η λεγόμενη «αντιπολίτευση» στο ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούν να συγκροτήσουν ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση για ένα εθνικό, αληθώς μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που θα έφερνε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, ένα νέο μοντέλο παραγωγικότητας, κρατικής οργάνωσης και ένα επίπεδο κοινωνικής συνοχής, απαραίτητης για τη στήριξη μεγάλων μεταρρυθμίσεων.

Και η πιστή στον κ. Σημίτη κυβερνητική και κομματική ομάδα και οι ομιλούντες για την ανάγκη «νέας πολιτικής» στο ΠΑΣΟΚ δεν εμφανίζουν κανένα πολιτικό σχέδιο, περιοριζόμενοι όλοι να διαχειρίζονται συμβατικά -ή να σχολιάζουν- προβλήματα και καταστάσεις, κατά αποσπασματικό τρόπο. Ολοι αναφέρονται σε μια «κοινωνία» τα (νέα) χαρακτηριστικά της οποίας δεν καταγράφουν και δεν αναλύουν, και προτιμούν τις γενικολογίες περί «κοινωνικής πολιτικής» σοσιαλιστικών, «κοινωνικών ευαισθησιών», «καθημερινότητας» του πολίτη κ.λπ.

«Επανασύνδεση»;

Στο ίδιο πνεύμα κινούμενος και ο νέος γραμματέας του ΠΑΣΟΚ κ. Χρυσοχοΐδης χρησιμοποιεί ήδη συνθηματολογίες του τύπου «κοντά στον πολίτη» και «νέο μοντέλο επαφής με τους πολίτες», απευθυνόμενος γενικώς σε κάποια «κοινωνία», την οποία δεν προσδιορίζει βεβαίως. Ποια μεγάλης στόχευσης, αξιόπιστη «μεταρρύθμιση», όμως, όταν η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος εξακολουθεί και σήμερα να ισχυρίζεται ότι αγωνίζεται για εκσυγχρονισμό της χώρας όταν δεν είναι σε θέση ακόμη να βρει τις πολιτικές βάσεις για μια νέα σχέση της με κοινωνικά στρώματα, άρα και να βρει τις κοινωνικές συμμαχίες, που είναι πολιτικά απαραίτητες για μια πορεία αναδιάταξης των εθνικών πραγμάτων;

Αναφέρονται π.χ. διάφορα στελέχη των «εκσυγχρονιστών» στους πολύτιμους «μεσαίους» πολίτες που έδωσαν ώθηση στον κ. K. Σημίτη το 1996 και μια μικρότερη το 2000, και υποστηρίζεται ότι και πάλι αυτή η κοινωνική τάξη μπορεί να κρίνει υπέρ του ΠΑΣΟΚ τα πράγματα, αν γίνουν οι κατάλληλοι «χειρισμοί» τους επόμενους μήνες. Ομως, πόσο δυνατοί σύμμαχοι του κ. Σημίτη μπορεί να είναι τώρα οι «μεσαίοι» που τα τελευταία χρόνια, από το Μάαστριχτ και πέρα, πλήττονται οικονομικά και αγωνίζονται αγχωδώς να διατηρήσουν ένα επίπεδο μέσης αστικής ζωής που είχαν κερδίσει εδώ και κάποιες δεκαετίες; Και πόσο αυτοί οι «μεσαίοι» διαφέρουν σήμερα ως προς τη θέση τους απέναντι στην κυβερνητική πολιτική από τους ανήκοντες στα «αδύναμα στρώματα» της ελληνικής κοινωνίας; Ποιοι είναι ακριβώς σήμερα οι «αδύναμοι»; Και ποιο είναι πλέον το μέγεθος και πόση η δυναμικότητα της «μεσαίας» αστικής τάξης, που εκλογικώς «ζαχαρώνουν» τα δύο μεγάλα κόμματα; Και αν τώρα η κατάσταση των «μεσαίων» έχει αλλάξει -επί το χειρότερον- ποιες είναι οι αιτίες που προκάλεσαν την αλλαγή και οι οποίες μπορεί αύριο να εξαλειφθούν, και πώς; Οταν, λοιπόν, σήμερα πια, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αναφέρονται στο γνωστό «να επανασυνδεθεί το κόμμα με την κοινωνική βάση που παραδοσιακά το στήριξε», δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αποκαλύπτουν πανηγυρικώς πως έχουν χάσει επαφή με την πραγματικότητα – και άρα δεν είναι σε θέση και να σχεδιάσουν πραγματικές πολιτικές. Πώς να «επανασυνδεθείς» με κάτι που δεν υφίσταται, πώς να μιλήσεις για πραγματική πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας, τα στοιχεία της οποίας δεν γνωρίζεις;

Και η Ν.Δ.

Χωρίς πολιτικό σχέδιο, λοιπόν, για αναδιοργάνωση της οικονομίας και της διοίκησης στη βάση και της νέας ταξικότητας που παρουσιάζεται στην ελληνική κοινωνία, χωρίς οργανωμένη κυβερνητική επαφή, με πραγματικούς εκπροσώπους παραγωγικών κοινωνικών ομάδων, άρα και χωρίς αξιόλογες συμμαχίες, τι είδους σοβαρή «Χάρτα» για «πραγματική σύγκλιση» μπορεί να εκπονηθεί και να παρουσιαστεί στο εκλογικό σώμα; Και σε ποια αληθινή ανάπτυξη μπορεί να υπολογίζει κανείς σήμερα, όταν κάθε αναφορά της πολιτικής ηγεσίας στο μέλλον γίνεται στη βάση της διατήρησης του ισχύοντος παραγωγικού μοντέλου – που έχει ήδη κριθεί ως προς τα αποτελέσματά του (παραγωγή πλούτου μόνο στα κοινωνικά «ρετιρέ» με διεύρυνση του χάσματος πλουσίων – φτωχών και παραγωγή σε διάφορα επίπεδα νοοτροπιών και συμπεριφορών που μόνο ελπίδες για συλλογική συνείδηση στη βάση μιας νέας κοινωνικής ηθικής δεν δημιουργούν);

Αν όμως το κυβερνών σήμερα ΠΑΣΟΚ διέρχεται περίοδο κρίσεως, ευρισκόμενο σε αδυναμία να σχεδιάσει σοβαρή πολιτική, αν ο νυν πρωθυπουργός αισθάνεται «χάλια», κυκλωμένος από προβλήματα και δεχόμενος βροχή επικρίσεων για την αδυναμία του, τα ίδια -ίσως και χειρότερα- θα συμβούν και στη Νέα Δημοκρατία, αν αύριο βρεθεί στη διακυβέρνηση της χώρας και δεν έχει προετοιμαστεί σωστά γι’ αυτήν την εξέλιξη. Αν η Νέα Δημοκρατία νομίσει πως είναι δυνατόν να διαδεχθεί το ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία με στόχο μόνο μια «άλλη» διαχείριση των πραγμάτων, εκτιμώντας την κοινωνική κατάσταση της χώρας γενικώς ως καλών προθέσεων «πολυσυλλεκτικό» κόμμα, το ίδιο όπως και το ΠΑΣΟΚ, κρατώντας το ίδιο παραγωγικό μοντέλο, τότε πολλά «χάλια» περιμένουν και τη Ν.Δ. και όλους τους Ελληνες.

Χωρίς «μπράβο» εσωτερικώς

Δυστυχώς, ο πρωθυπουργός και οι «εκσυγχρονιστές» δεν μπόρεσαν να δώσουν απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που προκύπτουν στη «νέα εποχή» μας. Και μάλιστα, ο κ. K. Σημίτης εμφανίζεται ιδιαιτέρως ικανοποιημένος επειδή τα πολλά «μπράβο» που εισπράττει προέρχονται από Ευρωπαίους συναδέλφους του, πράγμα που κατά την εκτίμησή του αποδεικνύει την σπουδαία πολιτική αξία του και καθιστά αδικαιολόγητη την απουσία επαίνων εντός Ελλάδος. Ομως, θα έπρεπε να σκεφθεί ο πρωθυπουργός ότι οι Ευρωπαίοι που τον επαίνεσαν για τη στάση του σε διάφορα κρίσιμα θέματα στη διάρκεια της εξάμηνης ελληνικής προεδρίας δεν είχαν κανένα λόγο να μην είναι απολύτως ευχαριστημένοι από έναν Ελληνα πρωθυπουργό, προεδρεύοντα στην E.E., που ούτε στο διάστημα του εξαμήνου ούτε ποτέ άλλοτε τους δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα, τόσο συμβιβαστικός και μετριοπαθής που είναι, διαχειριζόμενος τις ελληνικές εξωτερικές υποθέσεις ή τοποθετούμενος σε κρίσιμα θέματα ευρω-αμερικανικού ενδιαφέροντος. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνωρίζουν βεβαίως καλά πού μπορούν και πρέπει να χαρίσουν τα «μπράβο» τους στον Ελληνα πρωθυπουργό και πού δεν είναι δυνατόν να συμβεί το ίδιο. Και αυτό δεν μπορεί σίγουρα να συμβεί σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις των κυβερνήσεων K. Σημίτη εντός ελληνικής επικρατείας. Κανένα ευρωπαϊκό «μπράβο» δεν εισπράττει, λοιπόν, η ηγεσία K. Σημίτη για το ότι αδυνατεί να εκσυγχρονίσει τις οικονομικές και διοικητικές δομές της χώρας, για το ότι η Ελλάδα είναι τελευταία σε παραγωγικότητα μεταξύ των 15 χωρών της E.E., με χαμηλότατη ανταγωνιστικότητα και αδυναμίες στην απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων των «πακέτων». Ποια «μπράβο» να εισπράξει ο πρωθυπουργός από τον κ. Σιράκ ή τον κ. Σρέντερ, όταν άπαντες στην E.E. γνωρίζουν ότι η ελληνική κυβέρνηση αγωνίζεται απεγνωσμένα για να εκτελέσει τον ετήσιο προϋπολογισμό, ότι τα έσοδα δεν επαρκούν για να καλύψουν δαπάνες που καλπάζουν, ότι οι βιομηχανικές επενδύσεις συρρικνώνονται στην περίοδο 1999-2002, ότι οι επενδύσεις ξένων κεφαλαίων είναι οι χαμηλότερες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ότι «κανόνια» σκάνε συνεχώς στην ελληνική αγορά, ότι ο πληθωρισμός είναι τώρα διπλάσιος του μέσου κοινοτικού, ότι η ανεργία δεν τιθασεύεται και αντιθέτως «υπόσχεται» άνοδο προσεχώς;

Δεν έχουν, λοιπόν, τίποτε να κάνουν τα της παρελθούσης προεδρίας στην E.E. με τις επιδόσεις του κ. K. Σημίτη ως πρωθυπουργού στην Ελλάδα, όπου και εξελέγη όχι για ένα ευρωπαϊκό εξάμηνο, αλλά για μία τετραετία παραγωγικής πολιτικής δουλειάς για 10 εκατομμύρια Ελληνες. Οταν ο κ. Σημίτης εκφράζει δημοσίως απορία για το πώς γίνεται να νιώθει καλά εκτός Ελλάδος και «χάλια» εντός, εκτίθεται άσχημα, παριστάνοντας με αθωότητα ότι δεν καταλαβαίνει γιατί (τού συμβαίνει αυτό…