ΑΠΟΨΕΙΣ

Κινήσεις στη σκακιέρα

Είναι προφανές ότι, αγγίζοντας τον εκλογικό νόμο, το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να καθορίσει την πολιτική ατζέντα, να προκαλέσει διαφοροποιήσεις μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης και να αναδείξει πολιτικούς συνομιλητές. Φιλόδοξη τριπλέτα στόχων αν συνεκτιμηθεί ότι η κυβέρνηση βρίσκεται υπό την πίεση οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων για μακρό χρονικό διάστημα και ότι δεν έχουν διαμορφωθεί προϋποθέσεις επιτυχούς πολιτικής συμμαχιών τόσο από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ όσο και από την πλευρά των άλλων κομμάτων.

Η συνταγματική πρόνοια ότι ο νέος εκλογικός νόμος θα ισχύσει για τις μεθεπόμενες εκλογές και όχι για τις επικείμενες έχει καλλιεργήσει σε πολλούς την ιδέα ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται περισσότερο για το «μετά» τις εκλογές. Με ποιο τρόπο, δηλαδή, ακόμα κι αν χάσει τις εκλογές θα διαμορφώσει ευνοϊκές συνθήκες για την ρεβάνς. Παλαιότερα, το σχέδιο αυτό είχε αποκληθεί ως η «σύντομη παρένθεση», η οποία θα έκλεινε είτε με εμπλοκή στην προεδρική εκλογή 2005 είτε με εκείνου του είδους την «επαγγελματική αντιπολίτευση», στην οποία το ΠΑΣΟΚ έχει αποδείξει ότι ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο κόμμα να κάνει. Πρόκειται για πολιτικές ασκήσεις επί χάρτου, οι οποίες βασίζονται σε στατικές προϋποθέσεις και σε αριθμητικές προβλέψεις της συγκυρίας για τη μετεκλογική δύναμη των κομμάτων. Οι ασκήσεις αυτές παραβλέπουν την πολιτική δυναμική, η οποία θα εκλυθεί από τις κάλπες και τις επιπτώσεις που θα έχει στο εσωτερικό τοπίο των κομμάτων. Οσοι χρεώνουν στον κ. Κ. Σημίτη περισσό ενδιαφέρον για το «μετά», με αφορμή την ανακίνηση της συζήτησης για τον εκλογικό νόμο, κάνουν μεγάλο λάθος. Οι προσεχείς εκλογές και μόνον αυτές οδηγούν τις κινήσεις του. Το «πολιτικό πακέτο» ετοιμάζεται για να προσελκυσθούν ή να επαναπατρισθούν ψήφοι από τ’ αριστερά, τα δεξιά και το… ΠΑΣΟΚ. Η «χάρτα Σημίτη» του Σεπτεμβρίου έχει σκοπό να καλλιεργήσει την προσδοκία για καλύτερες ημέρες μετά τις εκλογές. Οσοι υπουργοί συζήτησαν μαζί του τις τελευταίες πέντε ημέρες ένα συμπέρασμα μεταδίδουν: Ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το αποτέλεσμα των εκλογών.

Στη δεκαετία του ’80, το ΠΑΣΟΚ υποσχόταν προεκλογικά την καθιέρωση της απλής αναλογικής μετεκλογικά. Τώρα έχει τη δυνατότητα να μην παρουσιάσει απλώς μιαν υπόσχεση, αλλά να ψηφίσει πριν από τις εκλογές έναν «πιο αναλογικό» εκλογικό νόμο, προκειμένου να δείξει στους ψηφοφόρους των αριστερών κομμάτων ότι οι συμμαχικές κυβερνήσεις δεν είναι μία αμφίβολης αναξιοπιστίας υπόσχεση αλλά ένα δεσμευτικό πλαίσιο. Γίνεται προσπάθεια, δηλαδή, να φανεί ότι το ΠΑΣΟΚ πλέον δεν ενδιαφέρεται για την απλή αναπαραγωγή του στην εξουσία, αλλά για την διεύρυνση του κυβερνητικού μπλοκ. Το μέγα ερώτημα είναι πόσο ψηλά στα κριτήρια των ψηφοφόρων βρίσκεται το στερεότυπο των συμμαχικών κυβερνήσεων. Πόσο συγκινεί, δηλαδή, τον ψηφοφόρο των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς η προοπτική να δουν στο απώτερο μέλλον είτε το Συνασπισμό είτε κάποιο νέο κόμμα να είναι κυβερνητικός εταίρος του ΠΑΣΟΚ. Την επόμενη εβδομάδα θα γίνει πολύς λόγος για το «γερμανικό μοντέλο». Το μοντέλο αυτό δεν λειτουργεί χωρίς έναν ενεργό παίκτη στα αριστερά, τους Πράσινους και έναν πρόθυμο μπαλαντέρ στο κέντρο, τους Ελεύθερους Δημοκράτες. Πίσω λοιπόν από το γερμανικό μοντέλο θα προβάλλεται ή πιο σωστά θα υποβάλλεται η πρόκληση «ποιος θέλει να παίξει το ρόλο του Γιόσκα Φίσερ»; Αυτού του είδους τη συζήτηση επιδιώκει να κλείσει εν τη γενέσει της ο κ. Κ. Καραμανλής. Οχι διότι υποψιάζεται τους κ. Κωνσταντόπουλο και Τσοβόλα ή την κα Παπαρήγα ως πρόθυμους συνομιλητές του πρωθυπουργού. Κυρίως τον ενδιαφέρει να μην εγγραφεί στην ατζέντα των πολιτών αυτή η θεματολογία. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας επιδιώκει να αφαιρέσει το στοιχείο του πολιτικού σχεδίου από τον αντίπαλό του. Για να το επιτύχει, όμως, αυτό, δεν αρκεί η διακομματική απόρριψη της πρότασης για διάλογο περί το εκλογικό σύστημα. Κρίσιμος θα είναι εδώ ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης. Ισως εκλαμβάνεται ως πολιτικός νεολογισμός, αλλά το καθοριστικό στοιχείο για τη Νέα Δημοκρατία είναι πόσο θα επισκιάσει την κοινωνική ατζέντα η πολιτική.

Είναι γεγονός ότι, παρά το δυσμενές κλίμα το οποίο διαμόρφωσε και στα μέσα ενημέρωσης ο ανασχηματισμός, η ατζέντα αν όχι στην πολιτική συζήτηση, πάντως στην κομματική διαμάχη, καθορίστηκε από τις προτάσεις του κ. Σημίτη για τη διαφάνεια και τους υπαινιγμούς της κυβέρνησης για τον εκλογικό νόμο. Είναι πρόωρο να εκτιμηθεί, όμως, ότι μετατόπισε το ενδιαφέρον των πολιτών από τα προβλήματα που διαμορφώνουν την «ατομική ατζέντα»: Το μηχανογραφικό δελτίο για τα πανεπιστήμια, τον προϋπολογισμό των διακοπών που περικόπτονται, τον πληθωρισμό που επιμένει. Σε αυτά τα προβλήματα, η απάντηση της κυβέρνησης θα επιχειρηθεί να δοθεί μέσω της «χάρτας Σημίτη». Μέχρι τότε, όμως, είναι σαφές ότι για να έχει προοπτικές αξιοπιστίας αυτή η πρόταση πρέπει να έχουν διαμορφωθεί ορισμένοι ευνοϊκοί πολιτικοί όροι. Οι προτάσεις για τον εκλογικό νόμο και το πολιτικό σύστημα είναι προσπάθειες για τη διαμόρφωση αυτών των πολιτικών όρων. Οι κινήσεις των κομμάτων στην αυθεντική πολιτική σκακιέρα αποκτούν πλέον μεγάλο ενδιαφέρον. Εστω και αν δεν είναι κινήσεις μεγάλου ακροατηρίου.