ΑΠΟΨΕΙΣ

H ώρα του εισαγγελέα

Επί σειρά ετών η «K», από το 1998 ακόμη, από τον χρόνο δηλαδή εφαρμογής του περιβόητου «μαθηματικού τύπου» στην ανάθεση των δημοσίων έργων, επέμενε πως ο συγκεκριμένος μηχανισμός είναι ατελής, οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού, κατατείνει στη δημιουργία ολιγοπωλίου και ευνοεί κατά προκλητικό τρόπο συγκεκριμένες κατασκευαστικές εταιρείες, επιβαρύνοντας υπέρμετρα το κόστος των έργων. Σημείωνε, μάλιστα, από τότε ότι οι υπουργικές αποφάσεις που τον συνόδευαν, απέκλειαν την οποιαδήποτε αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων του «μαθηματικού τύπου» και ευνοούσαν τη συνεννόηση, κατευθύνοντας την ανάθεση των δημοσίων έργων σε συγκεκριμένα λόμπι κατασκευαστών.

Ηταν έτσι δομημένος ο μηχανισμός, ώστε να αποκλείει από την αξιολόγηση τις χαμηλότερες προσφορές. Απαιτούσε ανύπαρκτες ευρεσιτεχνίες και θαύματα κατασκευαστικά, προκειμένου να αποδεχθεί να αξιολογήσει μια προσφορά η οποία αμφισβητούσε το αποτέλεσμα της συνεννόησης. Επρόκειτο για ένα μηχανισμό, ο οποίος επέβαλε τους αποκλεισμούς και εμφανώς προσέβαλε τη νοημοσύνη των πάντων. O ίδιος ο πρωθυπουργός είχε γίνει αποδέκτης των παραπάνω αιτιάσεων και αμφισβητήσεων και εγνώριζε από χρόνου πολλού τα προβλήματα που συσσώρευε η εμμονή στο αμαρτωλό σχήμα ανάθεσης των έργων.

Και όμως εκείνος ο νόμος και το εύρημα του «μαθηματικού τύπου» λειτούργησαν επί χρόνια και αποτέλεσαν το βασικό εργαλείο διανομής έργων τρισ. δρχ. Μετριοπαθείς υπολογισμοί ανεβάζουν το υπερβάλλον κόστος μόνον εξ αυτού του λόγου σε περίπου 1 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογισθούν οι υπερβάσεις και οι λοιπές πανθομολογούμενες κατά την εκτέλεση των έργων νοθεύσεις.

Σήμερα πέντε χρόνια μετά -και αφού προσεβλήθησαν οι όροι και οι κανόνες ανάθεσης των δημοσίων έργων στα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια- η κυβέρνηση έρχεται δειλά – δειλά να αποδεχθεί πόσο εσφαλμένη υπήρξε η εμμονή της σ’ ένα τόσο προβληματικό και ζημιογόνο σχήμα. H αρμοδία υπουργός ΠΕΧΩΔΕ προ μηνός αποδέχθηκε την ανάγκη αλλαγών στη σχετική νομοθεσία και χθες πάλι κάλεσε σε διάλογο τα κόμματα προς αναζήτηση άλλου μοντέλου, δηλαδή αναθεώρησης του μηχανισμού ανάθεσης των έργων.

Παραλλήλως, μετά τις συνεχείς οχλήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και το Συμβούλιο της Επικρατείας ήλθε να αποδεχθεί τις από μακρού διατυπωθείσες επιφυλάξεις και αρνητικές γνώμες και να κρίνει ότι «οι αποφάσεις των υπουργών ΠΕΧΩΔΕ που καθορίζουν τον μαθηματικό τύπο είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37/EOK, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα ότι υπάρχει ευθύνη συγκεκριμένη τουλάχιστον για όσους υιοθέτησαν και υπεράσπισαν μετά πάθους τον «μαθηματικό τύπο». Και είναι η ευθύνη αυτή πολιτική και πιθανώς ποινική, καθώς άπτεται του δημοσίου συμφέροντος και των πόρων του ελληνικού λαού.

Η ελληνική Δικαιοσύνη οφείλει να διερευνήσει την υπόθεση, να προσεγγίσει το πρόβλημα και να αποκαλύψει ποιοι και για ποιους λόγους εφηύραν ένα τόσο προβληματικό σχήμα, που κόστισε και κοστίζει στη χώρα. Ισως ήλθε πραγματικά η ώρα του εισαγγελέα…