ΑΠΟΨΕΙΣ

Με ποια πολιτική πυξίδα…

Στην εξαγγελθείσα αλλαγή του εκλογικού συστήματος υπάρχει η τυπική επιχειρηματολογία που επικαλείται η κυβέρνηση (αναλογικότερη λαϊκή εκπροσώπηση, ενίσχυση του βουλευτικού ρόλου, άμβλυνση του διπολισμού, κ.λπ.), όπως ισχύουν και τα ουσιαστικά επιχειρήματα, βάσει των οποίων αντικρούει, στη φάση αυτή, την προτεινόμενη μεταβολή η Ν.Δ. (πράξη πολιτικής ανεντιμότητος, απόδειξη καθεστωτικής νοοτροπίας, προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα ζέοντα προβλήματα, κ.λπ.).

Ολα δείχνουν ότι η πολιτική αντιπαράθεση θα εστιασθεί στα εκατέρωθεν επιχειρήματα -για ένα σύντομο, έστω, χρονικό διάστημα, αφού η Ν.Δ. και το KKE αρνούνται κάθε διάλογο- με πιθανότερη έκβαση την ψήφιση του νέου νόμου μόνον από το ΠΑΣΟΚ. Με τον τρόπο αυτόν δεν θα ισχύσει και η εξωσυνταγματική δέσμευση του κ. Σημίτη, όπως ο νέος νόμος εφαρμοσθεί μετά τη «ναρκοθετημένη» πολιτικώς προεδρική εκλογή του Φεβρουαρίου 2005. Δηλαδή, το πασοκικό σενάριο της «κυβερνητικής παρενθέσεως της Ν.Δ.» για τη… χαριστική περίοδο Μάιος 2004-Φεβρουάριος 2005 ισχύει…

Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη για τη διαμόρφωση του εκάστοτε εκλογικού αποτελέσματος μερίδα ψηφοφόρων, η οποία δεν σκέπτεται ούτε αποφασίζει με τη λογική των κομμάτων. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση αποστασιοποιείται από τη λογικοφανή επιχειρηματολογία κυβερνήσεως – αντιπολιτεύσεως και επικεντρώνει τον προβληματισμό της στο ερώτημα πώς και με ποια πολιτική πυξίδα θα κυβερνηθεί ο τόπος, αν, κατά την παρούσα περίοδο, ισχύσει και λειτουργήσει πολιτικώς ο εκλογικός νόμος που προωθεί ο κ. K. Σημίτης.

Κάθε πολιτικός ηγέτης, κατ’ επέκτασιν δε και το κόμμα του οποίου ηγείται, κρίνονται τελικά, πρώτον, από τη συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων και, δεύτερον, από την απόδοση της πολιτικής τους. Π.χ., ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε εξαιρετικά ασυνεπής μεταξύ διακηρύξεων και πολιτικών πράξεων, η Ιστορία, δε, ασφαλώς θα του καταλογίσει ότι κέρδισε τουλάχιστον δύο εκλογικές μάχες με απατηλές εξαγγελίες, τις οποίες ουδέποτε υλοποίησε. O διάδοχός του κ. K. Σημίτης προσπάθησε έγκαιρα και -κυρίως- έμπρακτα να αποδοκιμάσει την πολιτική τακτική του προκατόχου του, επιδιώκοντας να επιτύχει τη λαϊκή εμπιστοσύνη με βάση τα έργα και όχι τα λόγια. Δυστυχώς, για τον ίδιο, τώρα που μάλλον βρίσκεται στην ολοκλήρωση της πολιτικής του τροχιάς, δείχνει να καταφεύγει στα «ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα». Μια τακτική, η οποία συνήθως αποδίδει ως πρόλογος, ουδέποτε δε ως επίλογος πολιτικής σταδιοδρομίας. Αν δε ο σημερινός πρωθυπουργός καταλήξει σε αυτήν, το πιθανότερο είναι ότι θα αναιρεθεί ιστορικώς ή -έστω θα επισκιαστεί- και ό,τι θετικό προσέφερε μέχρι σήμερα ο ίδιος στον τόπο.

Ο κ. Σημίτης γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον Ελληνα πολίτη πως ό,τι θετικό πέτυχε για τη χώρα (και όχι βέβαια για το κόμμα του) το οφείλει σε πολιτικές επιλογές, οι οποίες αγνόησαν ή και αντιστρατεύθηκαν ιδεολογικές προκαταλήψεις και πολιτικές αγκυλώσεις του «παλαιού ΠΑΣΟΚ». Και όχι μόνον αυτό. O ίδιος πολλές φορές κατηγορήθηκε, μέσα από το κόμμα του, για δεξιόστροφη πολιτική, για εγκατάλειψη του κοινωνικού προσώπου του ΠΑΣΟΚ, για προδοσία των αρχών και των αξιών που προσπάθησε να επιβάλλει ο A. Παπανδρέου.

Με τα δεδομένα αυτά ανακύπτει, όπως προαναφέραμε, το ερώτημα πώς και με ποια πολιτική πυξίδα θα κυβερνηθεί ο τόπος στην περίπτωση κατά την οποία, σε έναν ή σε ενάμιση χρόνο, αναλάβει την εξουσία μια κυβέρνηση συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με το ΔΗΚΚΙ του κ. Δημ. Τσοβόλα, τον Συνασπισμό ή και κάποιο άλλο κόμμα που τυχόν προκύψει με τον νέο εκλογικό νόμο ως «γνήσιος εκφραστής» των αρχών και των αξιών του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ.

Ασφαλώς ο κ. Σημίτης και οι εμπνευστές των «ρυθμίσεων» του νέου εκλογικού συστήματος γνωρίζουν την απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα. Γι’ αυτό και έχουν αποφύγει, κατά την οκταετία που ασκούν την εξουσία, οποιαδήποτε προσπάθεια προσεγγίσεως με τα κόμματα της Αριστεράς βάσει προγραμματικών συγκλίσεων, οι οποίες προδιακηρύσσονται δημοσίως και εγκρίνονται ή απορρίπτονται από τον «κυρίαρχο» -πρωτίστως, όμως, ενημερωμένο- «λαό». Είναι βέβαιον ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα οδηγούσε στο αντίθετο, ακριβώς, αποτέλεσμα απ’ αυτό το οποίο επιδιώκουν να επιτύχουν, διά πλαγίων και αθεμίτων μεθόδων, ο κ. Σημίτης και οι συν αυτώ. Θα απεδείκνυε, δηλαδή, ότι όχι μόνον δεν υπάρχει ειλικρινής διάθεση και δυνατότητα διακομματικής συνεργασίας, αλλά -κυρίως- ότι το πείραμα συνασκήσεως της εξουσίας, με ένα πολιτικό μόρφωμα διαφωνούντων, αλληλοϋποβλεπομένων και διαμαχομένων εταίρων, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τον τόπο…