ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Στο κέντρο των προβλημάτων τα οποία περικυκλώνουν το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται η πολιτική συμπεριφορά του ίδιου του πρωθυπουργού και των στενών συνεργατών του απέναντι στην ελληνική κοινωνία: Από το 1996, και ιδιαιτέρως μετά τις εκλογές του 2000, η «εκσυγχρονιστική» ηγεσία δίνει δημοσίως την εντύπωση, ότι καθόλου δεν συγκινείται μπροστά στα όσα οδυνηρά η «νέα εποχή» συσσωρεύει εις βάρος των μικρομεσαίων και των μεσαίων (πλέον) κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία θα έπρεπε κατά τρόπο «πολιτισμένο» (άνευ αντιρρήσεων) να αποδεχθούν κάτι το απλώς και λογικώς αναπόφευκτο. Επιπλέον, η ομάδα των «αστέρων» που κυβερνά δίνει την εντύπωση ότι στις αναγκαίες προϋποθέσεις της «νέας εποχής» είναι η μεγάλη καλοπέραση μιας πολύ περιορισμένης σε όγκο αστικής τάξης και ο άνετος έως και πολυτελής βίος της πολιτικής τάξης εξουσίας.

Με τη συμπεριφορά αυτή (την οποίαν και πολιτικά στελέχη, όπως ο κ. Θ. Πάγκαλος, ξεκάθαρα καταγγέλλουν ως απαράδεκτη) η πολιτική ομάδα των «εκσυγχρονιστών» του κ. K. Σημίτη δεν μπορεί παρά να έχει δύσκολες σχέσεις με την οργανωμένη βάση του ΠΑΣΟΚ. Βεβαίως, η ηγεσία K. Σημίτη έχει φροντίσει έτσι ώστε στα θεσμικά «καθοδηγητικά» όργανα του κόμματος να πλειοψηφούν τα κρατικοδίαιτα μικρομεσαία στελέχη που υποχρεωτικώς στηρίζουν κάθε ηγεσία, για να διατηρούν την καλή εισοδηματική και κοινωνική τους κατάσταση στις περιφέρειές τους.

Αυτή η εσωτερική κομματική πλειοψηφία, όμως, δεν μπορεί να εξουδετερώσει πλέον ή έστω να περιορίσει τη δυσαρέσκεια της «βάσης» του κυβερνώντος κόμματος από τις κυβερνητικές διαχειριστικές πολιτικές. Και φυσικά, δεν μπορούν τα πιστά στην ηγεσία κρατικοδίαιτα στελέχη της κομματικής πλειοψηφίας να κάνουν κάτι για να εμποδίσουν τη σημερινή «εκσυγχρονιστική» νομενκλατούρα από το να συμπεριφέρεται πολιτικά και κοινωνικά κατά τον τρόπο που το κάνει. Αλλωστε, οι σημερινοί «πρίγκιπες» του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ δεν μπαίνουν στον κόπο ούτε καν να ελέγξουν την απόλαυση που αντλούν από το σκηνικό της καλοπέρασης που έχουν εξασφαλίσει και από τις πολύ καλές κοινωνικές σχέσεις τους με νέα και παλαιότερα «τζάκια» του επιχειρηματικού κόσμου, τα οποία ιδιαιτέρως έχουν εκτιμήσει, και δικαίως, το γενικότερο πνεύμα του «εκσυγχρονισμού».

Ελεγχος τώρα!

Αλλά και μέσα στο κόμμα, στην οργανωμένη «βάση» και γύρω από αυτό, αρνητικές εντυπώσεις έχει αφήσει σε πολλούς και η συμπεριφορά του κ. K. Σημίτη, στην υπόθεση K. Λαλιώτη, που, μαζί με τον διορισμό του κ. Χρυσοχοΐδη στη θέση γραμματέα, έδωσε ένα καθόλου καλό δείγμα για το πώς εννοεί ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τον σεβασμό της ηγεσίας στις δημοκρατικές διαδικασίες και στις αρχές μιας κομματικής τάξης, η οποία πρέπει, υποτίθεται, να μην περιφρονείται από τον αρχηγό. Με τη συμπεριφορά του αυτή, ο πρωθυπουργός δεν δίνει μια αίσθηση πολιτικής ισχύος του στο ΠΑΣΟΚ, αλλά χειροτερεύει ένα ήδη άσχημο εσωκομματικό κλίμα.

Η βιαστική προώθηση του κ. Χρυσοχοΐδη στη θέση γραμματέα του κόμματος έδωσε την εντύπωση πως ο κ. Σημίτης δεν θέλει να διατυπώσει μια ανανεωμένη σε πολιτικό περιεχόμενο άποψη μέσα στο ΠΑΣΟΚ, αλλά πως απλώς επιθυμεί να κρατήσει για ένα κρίσιμο διάστημα τον έλεγχο ενός κόμματος που βρίσκεται σε παρακμή, ανίκανο να παραγάγει πολιτική.

Σχέση «στοργής»

Η κρατικοδίαιτη κατά βάση κομματική πλειοψηφία στα «ρετιρέ» του οργανωμένου ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια προεκλογικώς απαραίτητη δύναμη, μια πολύτιμη «περιουσία» για τον κ. K. Σημίτη. Αυτό το ελεγχόμενο από το Μέγαρο Μαξίμου κομμάτι του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται τώρα, διά του κ. Χρυσοχοΐδη, σε άμεση επαφή με την ηγεσία. Και κάθε κυβερνητική «γραμμή» που χαράσσεται από τον πρωθυπουργό και το περιβάλλον στενών συνεργατών του, κάθε τακτική, κάθε «τρικ» περνάει άνευ αντιρρήσεων στο νέο, υπό τον γραμματέα Χρυσοχοΐδη, Εκτελεστικό Γραφείο.

Μπορεί, λοιπόν, ο κ. Σημίτης να θέλει την άσκηση μιας οικονομικής πολιτικής που στόχο έχει τον «απογαλακτισμό» της από το κράτος και τους μηχανισμούς του, αλλά στην πράξη τώρα, εν όψει εκλογών, ανατρέπει αυτή τη θέση του, διότι το κρατικοδίαιτο τμήμα του ΠΑΣΟΚ που είναι και πάλι ιδιαιτέρως πολύτιμο, όπως επισήμανε και ο Νίκος Κιάος, την περασμένη Πέμπτη, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτική ανάλυσή του στην «Ελευθεροτυπία», σχετικώς με τη νέα σχέση κόμματος – κυβέρνησης.

Ανευ γοητείας

Είναι πολύ δύσκολο πλέον σήμερα το πρόβλημα που έχει ενώπιόν της η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, εν όψει εκλογών. O κ. K. Σημίτης, έτσι όπως πολιτεύεται κυβερνητικώς και κομματικώς, έτσι όπως σχεδιάζει το πλαίσιο της «πολιτικής» δράσης του για τους επόμενους (προεκλογικούς) μήνες, θα πρέπει:

Να αποσπάσει στις εκλογές την ευνοϊκή κρίση των οικονομικών – επιχειρηματικών δυνάμεων που ζητούν διαρθρωτικές αλλαγές και αυστηρότατες δημοσιονομικές πολιτικές, των «μεσαίων» που ζητούν μεν ορθολογισμό πολιτικο-οικονομικό, αλλά πλήττονται τώρα από τη σημερινή κατάσταση, των αδύναμων τάξεων που φτωχαίνουν, των μικρομεσαίων της «βάσης» του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των κρατικοδίαιτων στελεχών, τα οποία και «ολιγότερο κράτος» δεν επιθυμούν, αλλά και τη σοσιαλφιλελεύθερη πολιτική του κ. K. Σημίτη υποχρεώνονται στη φάση αυτή να στηρίξουν…

Η σύνθεση αυτή είναι πολύ δύσκολη, όσο και αν είναι -ως μεγάλο κόμμα- «πολυσυλλεκτικό» το ΠΑΣΟΚ.

Θα μπορούσε, ίσως, μια ηγεσία να πετύχει προεκλογικώς μέσω μιας εξαιρετικά επιδέξιας ρητορείας την επιτυχή προβολή κάποιας υπόσχεσης για την ικανοποίηση μιας ποικιλίας προσδοκιών. Αυτό, όμως, θα προϋπέθετε έναν ηγέτη του ΠΑΣΟΚ με ένα είδος «γοητείας», την οποία ασφαλώς δεν διαθέτει ο κ. K. Σημίτης. Επιπλέον δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι ένας κύκλος «παραδοσιακών» στελεχών του ΠΑΣΟΚ θα έχει τη διάθεση να «ματώσει» αγωνιζόμενος προεκλογικώς για μια νίκη των «εκσυγχρονιστών» του Μεγάρου Μαξίμου.

Ανευ πολιτικής…

Ο νέος κοινωνικός χάρτης της χώρας, στην Ελλάδα της Ευρωζώνης, δεν έχει πάρει ακόμη μια συγκεκριμένη μορφή. Και κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να κρύβει, σήμερα, την αμηχανία του, απευθυνόμενο στα ακροατήριά του, όταν αναφέρεται σε θέσεις του οι οποίες αφορούν τη λύση προβλημάτων κοινωνικών στη βάση μεσοπρόθεσμων, έστω, στόχων. Κανένα «ρεύμα» δεν κυριαρχεί και καμιά πολιτική ρητορεία δεν είναι σε θέση να προκαλέσει τη δυναμική, παραγωγική κίνηση κοινωνικών ομάδων που θα επιθυμούσαν να δραστηριοποιηθούν στη βάση μιας σχεδιασμένης πολιτικής. Μέσα στο σκηνικό της γενικότερης πολιτικής αμηχανίας, το ΠΑΣΟΚ του κ. K. Σημίτη αποφεύγει επιπλέον να μπει σε μια αληθώς πολιτική προβληματική, παγιδευμένος όπως είναι ο πρωθυπουργός στις διαχειριστικές κυβερνητικές αντιλήψεις του, αλλά και θύμα ο ίδιος ενός πολιτικού εγωισμού που του κλείνει κάθε δρόμο για πολιτικώς παραγωγικές σκέψεις. Οταν διαβάζει κανείς τις ομιλίες του πρωθυπουργού τα τελευταία χρόνια, έχει την εντύπωση ότι διαβάζει MIA ομιλία με, κατά περίπτωση, ορισμένες φραστικές αλλαγές. Στα κείμενά του το ίδιο πνεύμα, τα ίδια επιχειρήματα, οι ίδιες φαντασιώσεις, οι ίδιες εκδηλώσεις αυτοθαυμασμού, οι ίδιες αντιλήψεις περί «προσαρμογής» στα νέα ευρωπαϊκά δεδομένα, οι ίδιες γενικόλογες περί «κοινωνίας» απόψεις, η ίδια απουσία πολιτικής σκέψης.

Ετσι όπως έχουν, λοιπόν, τώρα τα πράγματα με το ΠΑΣΟΚ πολιτικά αδρανές, η σύνταξη ενός νέου σοβαρού «κοινωνικού συμβολαίου» από την ηγεσία των «εκσυγχρονιστών» είναι πράγμα αδύνατον. Χωρίς συγκεκριμένη πολιτική άποψη για μια οργάνωση κοινωνίας με συγκεκριμένο σχήμα και αναγνώσιμο περιεχόμενο, τι είδους «χάρτα» να συντάξει μια ηγεσία σήμερα;

Μετακλογικώς, τι;

Η σύγχυση για το σχήμα και το περιεχόμενο της κοινωνίας σήμερα και στο προσεχές μέλλον αποτελεί μείζον πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα. Ο,τι το αρνητικό προκύπτει από τη σύγχυση καταγράφεται στο παθητικό του ΠΑΣΟΚ, αφού αυτό έχει την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας, αφού αυτό πρώτο έχει την υποχρέωση παραγωγής πολιτικών προτάσεων και εφαρμογών. Ομως, το πρόβλημα είναι μεγάλο, όχι ειδικώς μόνον για το ΠΑΣΟΚ αλλά και για τη χώρα γενικότερα. H σημερινή κατάσταση σε αυτήν την κρίσιμη «μεταβατική» θεωρούμενη περίοδο έχει φέρει μια πολιτική ακινησία, στα κόμματα εξουσίας, αλλά και στην ελάσσονα αντιπολίτευση. Ετσι, αν ληφθεί υπόψη ότι και η πιθανότατα νικήτρια των επόμενων εκλογών Νέα Δημοκρατία είναι επίσης περιορισμένη σε μια διαχειριστική αντίληψη των πραγμάτων και σε αδυναμία κι αυτή να αναγνώσει την παρούσα κοινωνική κατάσταση και να επισημάνει συγκεκριμένα αίτια της σύγχυσης επιθυμιών και συμφερόντων, τότε φανερό είναι πως και μετεκλογικά, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η νέα κυβέρνηση θα βρίσκεται εκεί όπου είναι τώρα η σημερινή.