ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος«Οριστική διευθέτηση» και Χάγη…

Μιλώντας προσφάτως στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματός του, ο κ. K. Σημίτης είχε αναφέρει σε ένα σημείο της ομιλίας του ότι το 2004 θα είναι «έτος εθνικών θεμάτων». Και προ ημερών, 22 Ιουλίου, στα Γρεβενά, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως «η προοπτική επίλυσης του πολιτικού προβλήματος (σ.σ.: Κυπριακού) και η οριστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο βρίσκεται πλέον μπροστά μας, πιθανότατα το 2004». Σε μια άλλη παράγραφο της ομιλίας του, στα Γρεβενά, ο κ. Σημίτης δεν επαναλαμβάνει το αιφνιδίως «προχωρημένο» περί «οριστικής» διευθέτησης «ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο», και περιορίζει πάλι το θέμα στη γνωστή αναφορά του περί υφαλοκρηπίδας (ως «μοναδικού» προβλήματος που κατά την επίσημη ελληνική άποψη υφίσταται μεταξύ των δύο χωρών σε αυτήν τη θάλασσα). Αυτές οι αναφορές, καθώς και τα σχετικώς λεγόμενα τελευταίως στα διπλωματικά παρασκήνια έχουν οδηγήσει πολιτικούς παρατηρητές στην πιθανολόγηση, ότι κάποιες εξελίξεις σχετικώς με τα «θέματα» του Αιγαίου δεν είναι τόσο μακριά, καθώς μάλιστα, εντείνονται παρασκηνιακώς και οι προσπάθειες του «ξένου παράγοντα» για νέο ξεκίνημα διαπραγματεύσεων με στόχο την επίλυση του Κυπριακού. Παραλλήλως, η Αγκυρα φέρεται αποφασισμένη να πράξει ό,τι το δυνατόν, προκειμένου να μην τοποθετηθεί προσεχώς από την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε ένα απολύτως αόριστο μέλλον η υπόθεση της τουρκικής ένταξης.

Αν τα πράγματα προχωρήσουν στα παραπάνω θέματα και αν η ελληνική πλευρά αντιμετωπίζει πλέον ως επερχόμενη την εξέλιξη της υπόθεσης των «ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο», μέσω διαλόγου που θα οδηγούσε στο Δικαστήριο της Χάγης, είναι προετοιμασμένη και έως ποιο βαθμό σήμερα, η ηγεσία για την ανάληψη του βάρους αυτής της υπόθεσης; Βρίσκεται σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση η κυβέρνηση για το πώς θα γινόταν ο χειρισμός του θέματος προσεχώς, ή απλώς «ενημερώνει» με την πρόθεση να φέρει αύριο πολιτικούς και κοινή γνώμη απέναντι σε «τετελεσμένες» εξελίξεις, αν αυτές σημειωθούν έστω και σε προπαρασκευαστικό επίπεδο, πριν από τις επόμενες εκλογές;

Οι σκληροί «ευρωπαϊστές»

Εως τώρα, η ελληνική κυβέρνηση έχει δείξει ότι εμπιστεύεται τη ροή των εξελίξεων που αφορούν τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας (σε σχέση και με την εσωτερική κατάσταση που έχει δημιουργήσει στη γείτονα, η κυβέρνηση Ερντογάν) ως στοιχεία που θα οδηγούσαν την Αθήνα χωρίς πολιτικές απώλειες σε μια λύση του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας (και «συναφών» θεμάτων, όπως είχε δηλώσει το 1997 μετά τη «Μαδρίτη» ο κ. Σημίτης) μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση παρακάμπτει το ότι η Αγκυρα συστηματικά και έμπρακτα διατηρεί ισχυρές τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο, περιορίζεται σε κάποιες επίσημες «διαμαρτυρίες», όταν οι «προκλήσεις» γίνονται περίπου ανυπόφορες, και από εκεί και πέρα… περιμένει την «ωρίμαση» του όλου θέματος. Στο κέντρο των επιχειρημάτων της ελληνικής «αναθεωρημένης» πολιτικής βρίσκεται η εκτίμηση κατά την οποία ο «ευρωπαϊστής» ηγέτης κ. Ερντογάν αξίζει να «στηριχθεί» εμμέσως από την Αθήνα με το σκεπτικό ότι την επιθετικότητα της Τουρκίας τροφοδοτούν οι εθνικιστές μετακεμαλικοί ηγέτες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι αποτελούν ένα σκληρό, ισχυρότατο «καθεστώς», που όμως αντιμετωπίζει πλέον προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον έλεγχο των εθνικών πραγμάτων στην Τουρκία.

Ο κ. Ερντογάν δεν έχει αναφέρει σε καμιά περίπτωση ότι σκοπεύει να αλλάξει σχετικώς με το Αιγαίο και την Κύπρο τις θέσεις που παγίως προβάλλει και διαρκώς εμπλουτίζει το τουρκικό «κατεστημένο». Αντιθέτως, δηλώνει, όπως το έπραξε και προσφάτως, ότι οι τουρκικές θέσεις παραμένουν ως έχουν. Πιστή στη δική της ανάλυση η κυβέρνηση K. Σημίτη παρακάμπτει αυτό το στοιχείο.

Δεν εξηγείται, όμως, ακόμη το γιατί ακριβώς η κυβέρνηση εκτιμά με σιγουριά, ότι η ηγεσία Ερντογάν δεν μπορεί να πορεύεται μεν «ευρωπαϊκώς», αλλά παραλλήλως να υπερασπίζεται σταθερά τις μονομερείς διεκδικήσεις της χώρας του στο Αιγαίο. Εμφανίζεται επίσης να μη λαμβάνει ιδιαιτέρως υπ’ όψιν της η ελληνική ηγεσία το γεγονός ότι τα μεγάλα βήματα που έγιναν στην πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων, έγιναν κατά την περίοδο 1998-99 (Κάρντιφ και Ελσίνκι), αφού δηλαδή είχε ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ δημιουργήσει η Αγκυρα μέσω της κρίσης στα Ιμια ένα νέο σοβαρό θέμα «γκρίζων περιοχών» (άρα και ανάγκη χάραξης νέων θαλάσσιων συνόρων) στο Αιγαίο.

Αν ο «ευρωπαϊστής» κ. Ισμαήλ Τζεμ ήταν ο πιο καλός και μετριοπαθής συνομιλητής του κ. Γ. A. Παπανδρέου, ήταν ταυτόχρονα ο υπουργός που ξερά απέρριψε το 1997 την ελληνική πρόταση για διαχωρισμό του θέματος των «γκρίζων περιοχών» από τις υπόλοιπες γνωστές τουρκικές διεκδικήσεις, είναι αυτός που ποτέ δεν δέχθηκε το ξεκίνημα ενός διμερούς διαλόγου με συζήτηση για τη νομική πτυχή του προβήματος της υφαλοκρηπίδας, είναι αυτός που ουδέποτε διατύπωσε για ένα ελληνοτουρκικό ζήτημα θέσεις διαφορετικές από αυτές που υποστήριζαν οι «στρατηγοί».

Τα «επικίνδυνα»

Δηλώνει, λοιπόν, κατά καιρούς η ελληνική ηγεσία, ότι οι τουρκικές «προκλήσεις» στο Αιγαίο θα επηρέαζαν αρνητικά τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της γείτονος, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να ακούγεται πειστικά, δεδομένου τόσο του (και πρόσφατου) παρελθόντος των ευρωτουρκικών σχέσεων όσο και της μηδενικής διεθνούς αντιδράσεως απέναντι στα όσα «προκλητικά» ενεργεί στο Αιγαίο η Τουρκία. Μπορεί να δηλώνεται από τον πρωθυπουργό (10/6) «εάν δεν εφαρμόζεις τους κανόνες διεθνούς δικαίου είναι πάντα δυνατόν να προκύψουν επικίνδυνες καταστάσεις», αλλά με τις γνωστές αεροπορικές «επιδείξεις» της Αγκυρας στο Αιγαίο, αυτές οι «επικίνδυνες καταστάσεις» έχουν ήδη προκύψει, χωρίς να ανησυχεί γι’ αυτό η τουρκική ηγεσία. Είναι, έως τώρα προφανές, ότι η τουρκική πλευρά αρνείται να πάρει στα σοβαρά υπόψη της το πολιτικό «φροντιστήριο», που καιρό τώρα προσπαθεί να της προσφέρει η ελληνική ηγεσία για να την ενισχύσει «ευρωπαϊκώς».

Η Αγκυρα, αναμένοντας εξελίξεις που αφορούν τα δικά της «εθνικά θέματα» διατηρεί ανοικτή την απειλή για το ενδεχόμενο ενός «καυτού» επεισοδίου στο Αιγαίο και δεν φαίνεται να ανησυχεί ότι η Αθήνα από την πλευρά της θα αντιδρούσε με κάτι το οποίο θα άλλαζε την αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας.

Μετά τα Ιμια…

Προετοιμάζεται, λοιπόν, σήμερα η Αθήνα για μια πορεία που θα οδηγούσε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις (Αιγαίο) σε μια «οριστική διευθέτηση», όπως το βλέπει να διαγράφεται τώρα ως πιθανή εξέλιξη ο πρωθυπουργός; Και αν κάποιες προπαρασκευαστικές αξιολογήσεις και διπλωματικές κινήσεις αφορούν μια «οριστική διευθέτηση» μέσω Χαγης, πώς σκοπεύει να χειρισθεί το θέμα η κυβέρνηση;

Ας σημειωθεί εδώ, ότι η Ελλάδα έχει αποδεχθεί την υποχρεωτική αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου, μόνον όμως έναντι κρατών που έχουν πράξει το ίδιο. H Τουρκία δεν το έχει κάνει από την πλευρά της. Αρα δεν είναι νομικώς ορθό να λέγεται, ότι εφόσον η Ελλάδα έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, η Τουρκία μπορεί να προσφύγει μονομερώς για τα Ιμια. Αυτό που μπορεί να συμβεί είναι να θεωρηθεί ότι υφίσταται στην πράξη «συναίνεση» από ελληνικής πλευράς, έστω ατύπως, για να λειτουργήσει η αμοιβαιότητα που λείπει τυπικώς.

Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε αυτά που υποστήριξε το 1997 η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χαριτίνη Δίπλα σε ημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ για τα ελληνοτουρκικά μετά την κρίση στα Ιμια:

«…Η θεωρία αναφέρει παραδείγματα σύμφωνα με τα οποία εάν ένα κράτος με τη συμπεριφορά του αφήνει την εντύπωση σε κάποιο άλλο, ότι δεν θα εναντιωθεί σε ενδεχόμενη προσφυγή του στο Δικαστήριο, είναι υποχρεωμένο, αν το πρώτο κράτος πράγματι προσφύγει, να αποδεχθεί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Οι επανειλημμένες ελληνικές δηλώσεις, οι οποίες προτρέπουν την Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο σχετικώς με το ζήτημα των Ιμίων, καθώς και οι διαβεβαιώσεις από ελληνικής πλευράς ότι αν η Τουρκία προσφύγει, η Ελλάδα θα προσέλθει για να υποστηρίξει τις θέσεις της, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν σε αυτήν την περίπτωση».

Και στη συνέχεια το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον:

«Εάν πραγματοποιείτο κάτι τέτοιο, η χώρα μας κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια τουρκική προσφυγή διατυπωμένη κατά τέτοιο τρόπο που να ζητεί από το Δικαστήριιο να αποφανθεί εκτός των Ιμίων και για το νομικό καθεστώς το αμφισβητούμενο από την Τουρκία και άλλων βραχονησίδων. Τότε θα βρεθεί η ελληνική πλευρά στη δυσάρεστη θέση να πείσει το Δικαστήριο ότι η συναίνεση, η οποία εκφράστηκε προφορικά με διάφορες δηλώσεις Ελλήνων κυβερνητικών στελεχών, αφορά αποκλειστικά τις συγκεκριμένες βραχονησίδες. Εάν το Δικαστήριο δεν δεχθεί την ελληνική επιχειρηματολογία, τότε η ελληνική πλευρά διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπη με μια υποχρεωτική απόφαση, η οποία είτε να αναφέρεται και σε άλλες βραχονησίδες είτε να προδικάζει κατά τρόπο ενδεχομένως ανεπιθύμητο το νομικό καθεστώς και άλλων βραχονησίδων του ανατολικού Αιγαίου.

Και στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι για να μη βρεθεί η ελληνική πλευρά ενώπιον δυσάρεστων «εκπλήξεων»: «…Είναι προτιμότερο να στραφεί η ελληνική τακτική προς την κατεύθυνση σύναψης συνυποσχετικού με την Τουρκία και για το ζήτημα των Ιμίων, όπως επιδιώκεται και για την υφαλοκρηπίδα».

Εχει, λοιπόν, ενδιαφέρον μεγάλο να δούμε το πώς θα χειριζόταν τα του Διεθνούς Δικαστηρίου η ελληνική πλευρά, οδεύουσα το 2004 μέσω «Ελσίνκι» προς τη Χάγη, αν κάποιες εξελίξεις οδηγήσουν τα πράγματα προς τα εκεί για μια «οριστική διευθέτηση» στο Αιγαίο.