ΑΠΟΨΕΙΣ

«Σοφόν γαρ το ξύλον της αμπέλου…»

Μέρες καλοκαιρινές τούτες, ξεκούρασης και σχόλης για τους περισσότερους, μέρες απομάκρυνσης από τα συνήθη του καταπιεστικού αστικού βίου, επιβάλλουν και σ’ εμάς την απόδραση. Διά της οινολογίας μέρες που ‘ναι, την οποία αγνοούμε μεν, αλλά το ‘φερε η τύχη να τη διδασκόμαστε, άλλοτε «συμποσιακώς» και άλλοτε δι’ αλληλογραφίας από τον αγαπητό 80χρονο έφηβο Κώστα Κούσουλα, έναν από τους πρωτεργάτες ανάπτυξης της σύγχρονης ελληνικής αμπελουργίας.

Μερακλής ο μπαρμπα-Κώστας, δεν χάνει ευκαιρία να μας στέλνει κείμενα ξεχωριστά, που κατά καιρούς ανακαλύπτει για την άμπελο και τα αγαθά της. Τούτη τη φορά αλίευσε μια μελέτη ενός Ούγγρου ονόματι Janos Zilai που φέρει τον τίτλο «Το αμπέλι και το κρασί στην Ομηρική εποχή», από την οποία μεταφέρουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, άξια κατά την ταπεινή μας γνώμη να αναγνωσθούν.

Γράφει, λοιπόν, ο Ούγγρος μελετητής: «Μετά την εξαφάνιση του παλαιού κόσμου, ξεκίνησε η βιομηχανική ζωή μαζί με την εξάπλωση της αμπελουργίας.Τα πρώτα αμπέλια που άρχισαν να καλλιεργούνται το 7000 π.Χ. στις νότιες πλαγιές του Καυκάσου, το 4000 π.Χ. έφθασαν στην Αίγυπτο και στην Απω Ανατολή, περίπου το 3.000 π.Χ. διαδόθηκαν στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, το 1000 π.Χ. στην Ιταλία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα σταφύλια, η παραγωγή και η κατανάλωση κρασιού για τους αρχαίους Ελληνες είναι σύμβολα δημιουργικής δύναμης του ανθρώπου, της επιβολής τους πάνω στη Φύση, του τρόπου ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας και της ένταξής της τόσο στις τεχνοκρατικές αξίες (κόσμος του Προμηθέα) και στις πνευματικές αξίες (κόσμος του Απόλλωνα), όσο και στη διαδικασία μεταμόρφωσης του κόσμου σε δημιουργική ενέργεια βασισμένη στα ανυπότακτα χαρακτηριστικά της Φύσης (κόσμος του Διονύσου). Το κρασί, ποτό της υπερβολής, αντανακλά την πολυπλοκότητα του κοινωνικού τρόπου ζωής, την υπέρβαση σε όλες τις πτυχές της ζωής… H μαγεία του ποτού αυτού οδηγεί τον άνθρωπο από την καθημερινότητα στις διακοπές, από την καλή πράξη στην τελετουργία, από την πνευματική ρουτίνα στην έμπνευση και στον μυστικισμό, από τον ανθρώπινο κόσμο στον θεϊκό…». «Το κρασί στον Ομηρο παραγόταν από υπερώριμα σταφύλια, με αποτέλεσμα να μένουν υπολειμματικά σάκχαρα που οδηγούσαν σε επανεκκίνηση της αλκοολικής ζύμωσης. Πριν από την κύρια αλκολολική ζύμωση γινόταν συμπύκνωση του μούστου μερικές φορές μέχρι και στο μισό του αρχικού όγκου. Ετσι ήταν υψηλόβαθμα, γλυκά και θύμιζαν τη σημερινή μαυροδάφνη.Το υψηλόβαθμο και γλυκό αυτό κρασί ήταν επιθυμητό γιατί άντεχε στη μακροχρόνια διατήρηση και προσφέρονταν για εξαγωγές».

Αποδίδει στη συνέχεια ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο τέλεσης των αμπελουργικών εργασιών σημειώνοντας τα ακόλουθα: «H εργασιακή δραστηριότητα δεν πραγματοποιείται μέσα από τη μεμονωμένη απασχόληση ενός ατόμου. Για να γίνει η εργασία αποδοτική πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η συσσώρευση και η μεταβίβαση εμπειρίας και να γίνει σωστός καταμερισμός αρμοδιοτήτων… Οσο πιο περίπλοκη και δημιουργική είναι η εργασιακή δραστηριότητα, τόσο περισσότερο εξασφαλίζει την ατομική ελευθερία». Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι γι’ αυτό «στην αμπελοκαλλιέργεια και στην οινοποίηση δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ δούλοι, γιατί και η παραμικρότερη αμέλεια κατά την περιποίηση των φυτών και την οινοποίηση μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά».

Στηρίζει δε τα παραπάνω σημειώνοντας πως στον Ομηρο αναφέρονται βασιλείς που προσωπικά απασχολούνταν και φρόντιζαν τα αμπέλια και τα κρασιά τους. O Λαέρτης, πατέρας του Οδυσσέα, ο σοφός Νέστορας που έπινε στην Τροία το δικό του προσωπικό κρασί ένδεκα ετών που κουβαλούσε από την Πύλο, ο Μάρων που δώρισε στον Οδυσσέα τον περίφημο Μαρωνίτη οίνο με τον οποίο μέθυσε τον κύκλωπα Πολύφημο και τόσοι άλλοι μαρτυρούν πως η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοποίηση ήταν δραστηριότητες βασιλικές, στη συνέχεια έγιναν των αριστοκρατών και σήμερα πάλι, όπως παρατηρεί ο μπαρμπα-Κώστας, «με το αμπέλι και το κρασί ασχολούνται έθνη, άτομα και επιχειρήσεις προηγμένης κοινωνικής βαθμίδας και νοοτροπίας».

Θα κλείσουμε εύθυμα αυτήν την περιήγηση στην οινολογία των προγόνων μας με κάτι που αναφέρει ο Πλούταρχος. O μεγάλος Σοφοκλής, που έγραφε πάντοτε νηφάλιος, θέλησε να ψέξει τον άλλο μεγάλο τραγικό της εποχής του τον Ευριπίδη, που έγραφε πάντοτε μεθυσμένος. «Ευριπίδη αυτά που γράφεις είναι σωστά, αλλά δεν ξέρεις και εσύ καν πως τα γράφεις». Για να λάβει την απάντηση: «Σοφόν γαρ το ξύλον της αμπέλου».

Τούτα τα ολίγα για την άμπελο και τα αγαθά της, με την ευχή να τ’ απολαύσετε όπου βρεθείτε τις αυγουστιάτικες δροσερές νύχτες που ακολουθούν…