ΑΠΟΨΕΙΣ

H «θεωρία» της διαπλοκής

Επιμόνως διατυπώνεται τελευταία η άποψη ότι η διαπλοκή -άρα και η διαφθορά- είναι παγκόσμιο φαινόμενο, παρατηρείται σε όλες τις χώρες, με μεγάλη ποικιλία μορφών που κάνει δύσκολη την περιγραφή του φαινομένου και ακόμη πιο δύσκολη τη νομική ρύθμιση, οσάκις προκύπτει αυτή η ανάγκη. Γενικά ως διαπλοκή ορίζεται η πολιτική διαμεσολάβηση μεταξύ κράτους και ιδιωτών και η ενδεχόμενη συναλλαγή πάνω σε αυτήν τη σχέση. Πράγματι, στον ευρύ αυτόν ορισμό θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν πολλές μορφές «συνήθους» πολιτικής διαμεσολάβησης και συναλλαγής, οι οποίες θεωρούνται «κανονικές» και νόμιμες, άρα μη κολάσιμες. Π.χ., οι πελατειακές σχέσεις ενός κόμματος ή το «ρουσφέτι», ακόμη και η ικανοποίηση συλλογικών αιτημάτων έπειτα από πιέσεις, είναι μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης μεταξύ κράτους και ιδιωτών. Αν σε αυτά προσθέσουμε ότι το «ουδέτερο κράτος είναι μύθος», ότι το κράτος ιδεολογικά και πολιτικά «είναι ταξικό», τότε η πολιτική διαμεσολάβηση μεταξύ κράτους και «τάξης» ιδιωτών είναι η ουσία της πολιτικής για ορισμένα τουλάχιστον κόμματα.

Είναι «η άτιμη κενωνία», που κάθε ποινικός κατάδικος επικαλείται για να δικαιολογήσει το αδίκημα για το οποίο τιμωρήθηκε. Ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι όσο απομακρύνεται από το ειδικό και το συγκεκριμένο (αδίκημα) στο γενικό και αφηρημένο αίτιο του αδικήματος τόσο απαλύνεται, μέχρι που εξαφανίζεται, το αξιόποινο και η ενοχή.

Η διαπλοκή, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι και ειδική και συγκεκριμένη και αυτήν εννοούμε κάθε φορά που κάνουμε χρήση του όρου. Οταν θέλουμε να μιλήσουμε για άλλες μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης τις ονομάζουμε και μιλάμε για πελατειακές σχέσεις, για ρουσφετολογία ή για ψηφοθηρικές παροχές.

Οταν όμως μιλάμε για «διαπλοκή» εννοούμε την πολιτική προώθηση ιδιωτικών μεγάλων συμφερόντων μέσα από τον έλεγχο του Τύπου, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Αυτή η διαπλοκή διαφέρει ριζικά από τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων, από το «ρουσφέτι» ή από την ψηφοθηρική ικανοποίηση αιτημάτων. Ολα αυτά μπορεί να είναι κακά και ολέθρια, αλλά από μιαν άποψη τουλάχιστον είναι παράγωγα της σχέσης μεταξύ πολιτικής και λαού, με τη διαπραγμάτευση της ψήφου.

Η «διαπλοκή» όμως δεν περιορίζεται στην καταλήστευση του δημοσίου χρήματος από ορισμένους ιδιώτες, δηλαδή δεν θέτει ζητήματα μόνο ηθικά. Αφορά στην ενημέρωση και στα μέσα της ενημέρωσης και στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική και λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Με δύο λόγια, ιδιωτικά συμφέροντα άσχετα με τα μέσα ενημέρωσης διαμορφώνουν τον ρόλο αυτών των μέσων, αλλά και τον ρόλο της πολιτικής. Δυνητικά αλλοιώνουν ουσιαστικά το δημοκρατικό πολίτευμα που ορίζει συγκεκριμένα και τον ρόλο των Μέσων και τον ρόλο της Πολιτικής.

Αυτήν τη μορφή «διαπλοκής», αν δεν κάνω λάος, εννοεί και ο νόμος, έστω και αν αποδείχθηκε διάτρητος, ο οποίος θεσπίστηκε για να την περιορίσει ή για να τη νομιμοποιήσει.

Συνεπώς, καταστρεπτικό για την πολιτική δεν είναι το «ρητορικό σχήμα» ότι «όλοι στην ουσία είναι διαπλεκόμενοι και δυνάμει διεφθαρμένοι» (ακόμη και ο δυστυχής άνεργος που έλαβε έναντι της ψήφου αυτού και της οικογενείας του μία θέση εργασίας!). Ούτε όλοι οι επιχειρηματίες είναι διαπλεκόμενοι ούτε η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι συνώνυμη της διαπλοκής. Το ποιοι ακριβώς είναι διαπλεκόμενοι και ποιοι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή της διαπλοκής (όπως την ορίσαμε πιο πάνω), το γνωρίζουν όλοι και πιο καλά η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός. Πιθανόν να το αγνοούν ορισμένοι θεωρητικοί της διαπλοκής…