ΑΠΟΨΕΙΣ

Νέα εποχή στη σχέση ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας

«Ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες ετοιμάζονται να επενδύσουν στη Σαουδική Αραβία, ενώ οι Αμερικανοί στρατιώτες αποχωρούν». Αυτός ο φανταστικός τίτλος θα συνόψιζε δύο ταυτόχρονες ανακατατάξεις που συντελούνται αυτήν την εποχή στον Περσικό. Ελάχιστες αναφορές έγιναν στο θέμα αυτό, ακόμη και στον οικονομικό Τύπο, κακώς, διότι τα σημάδια ενός νέου status quo στην περιοχή έχουν ήδη εμφανιστεί.

Πρώτα οι λεπτομέρειες: πρόσφατα, οι Σαουδάραβες ανακοίνωσαν ότι η κρατική εταιρεία πετρελαίων, η Σάουντι Αράμκο θα σχηματίσει κοινοπραξία με δύο ευρωπαίους γίγαντες, τη «Σελ» και την «Τοτάλ» με στόχο την αναζήτηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ερημη Επαρχία, που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Σαουδικής Αραβίας.

Οι εταιρείες έλαβαν την εγγύηση ότι θα πουλήσουν στη σαουδαραβική αγορά το αέριο που θα ανακαλύψουν και ότι θα λάβουν κέρδος 20% επί των επενδύσεών τους προτού αρχίσουν να φορολογούνται. Στην κοινοπραξία επρόκειτο να συμμετάσχει και μία αμερικανική εταιρεία, η ConocoPhilips, αλλά στις τελευταίες φάσεις των διαπραγματεύσεων αποσύρθηκε.

Αυτό που καθιστά τη συμφωνία αυτή σημαντική είναι ότι πρόκειται για την πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1970 που η Σαουδική Αραβία επιτρέπει σε ξένες εταιρείες να πραγματοποιήσουν απευθείας επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα της χώρας. H κίνηση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη σαουδαραβική «περεστρόικα» που έχει ξεκινήσει ο πρίγκιπας Αμπντάλα.

Η νέα στάση της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι εξ ορισμού αντιαμερικανική. Στην πραγματικότητα, οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί γίγαντες το πιθανότερο είναι ότι θα παίξουν ρόλο στις επόμενες κοινοπραξίες, που θα αναζητήσουν φυσικό αέριο σε άλλες περιοχές της χώρας. Ομως, πρόκειται για μια κίνηση που απομακρύνει τη Σαουδική Αραβία από την παλαιά στρατηγική, η οποία συνδύαζε τη σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από τα αμερικανικά όπλα και την αμερικανική τεχνογνωσία στον πετρελαϊκό τομέα με τις ταυτόχρονες προσπάθειες να αποστασιοποιηθεί η κυβέρνηση δημοσίως από τους Αμερικανούς προστάτες της.

Εξαιτίας αυτής της εγγενούς υποκρισίας, η παλαιά σχέση ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας ήταν ένα από τα κλασικά παραδείγματα δυστυχισμένου γάμου – οι δύο χώρες δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε μαζί ούτε χώρια.

Η σχέση βασιζόταν στην αντίληψη ότι οι απειλές προς το βασίλειο των Σαούντ ήταν εξωτερικές. Θεωρούνταν θέμα εθνικής ασφαλείας για τους Σαουδάραβες να φιλοξενούν αμερικανικά στρατόπεδα και να εξοπλίζουν τον στρατό τους με όπλα που τους προμήθευε -ποιος άλλος- οι ΗΠΑ.

Κατ ιδίαν, και οι δύο χώρες δυσανασχετούσαν με το παλαιό status quo. Παρότι οι Αμερικανοί προσπάθησαν να επιδείξουν ευαισθησία, οι Σαουδάραβες θεωρούσαν ότι τελούν υπό την κατοχή μιας αλαζονικής υπερδύναμης που δεν σέβεται τις ισλαμικές τους παραδόσεις. Από την άλλη, όπως έδειξε η έκθεση της περασμένης εβδομάδας για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι χειραγωγούνται από μία πετρελαιοπαραγωγό θεοκρατία που χρηματοδότησε, το λιγότερο εμμέσως, τον Οσάμα μπιν Λάντεν και έδρασε με άλλους τρόπους εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων.

Την επαύριο των επιθέσεων, το παλαιό status quo άρχισε επιτέλους να καταρρέει. H έρευνα του Κογκρέσου ανακάλυψε ανατριχιαστικούς δεσμούς των Σαουδαράβων με τους αεροπειρατές. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό του βασιλείου, οι Σαουδάραβες υποχρεώθηκαν να συνειδητοποιήσουν ότι το status quo θα οδηγήσει στην καταστροφή τους. O πόλεμος στο Ιράκ και η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν έδωσε και στην Αμερική και στη Σαουδική Αραβία μια ευκαιρία να απαλλαγούν από τη νευρωτική τους σχέση και να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο.

Τώρα που η απειλή του Σαντάμ δεν υπάρχει, τα αμερικανικά στρατεύματα άρχισαν ήδη να αποχωρούν από τη Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, σχεδόν όλοι οι Αμερικανοί στρατιώτες και το προσωπικό της αεροπορικής βάσης θα έχει αποχωρήσει ώς το τέλος του έτους, αφήνοντας πίσω μόνο δυο μικρές εκπαιδευτικές αποστολές.

Ο Θείος Σαμ δεν θα είναι πολύ μακριά – το κέντρο αεροπορικών επιχειρήσεων της βάσης Πρίγκιπας Σουλτάν μετακινήθηκε στη βάση Αλ Ουντεΐντ στο γειτονικό Κατάρ. Ομως, η στρατιωτική παρουσία που προξενούσε προβλήματα και στις δύο πλευρές -κάνοντας, κατά πολλές απόψεις, την Σαουδική Αραβία λιγότερο, όχι περισσότερο ασφαλή- επιτέλους θα πάψει να υφίσταται. Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το νέο status quo θα είναι πιο ασφαλές: στην αγορά θα διοχετευθεί τόσο πολύ νέο πετρέλαιο που ο κόσμος δεν θα χρειάζεται να παθαίνει υστερία με την ιδέα των απειλών στη σαουδαραβική σταθερότητα.

Φιλόδοξα σχέδια

Η έγκυρη Οικονομική Επιθεώρηση της Μέσης Ανατολής μόλις αποκάλυψε τα φιλόδοξα σχέδια του Ιράκ να αυξήσει την παραγωγή του στα 2,4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα ώς τον Απρίλιο του 2004. Είναι ενδιαφέρον ότι έως ότου η παραγωγή φθάσει στα προ του 1991 επίπεδα (3,5 εκατομμύρια βαρέλια) οι διαχειριστές αυτής της επέκτασης θα είναι το ιρακινό υπουργείο πετρελαίου και οι υπάρχουσες κρατικές εταιρείες. Οι ξένοι επενδυτές και οι κοινοπραξίες θα μπουν στο παιχνίδι αργότερα, όταν γίνουν προσπάθειες να φθάσει η παραγωγή στις δυνατότητες της χώρας, που εκτιμώνται στα 6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ολα αυτά, προϋποθέτουν ότι το τωρινό κύμα δολιοφθορών και λεηλασιών μπορεί να περιοριστεί.

Στο μεταξύ, το Κουβέιτ ετοιμάζει μια δική του πρωτοβουλία, γνωστή ως «Σχέδιο Κουβέιτ», που θα μπορούσε να προσθέσει 900.000 βαρέλια στην τωρινή παραγωγή των 2 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Οπως και η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ θα καλωσορίσει την άμεση συμμετοχή ξένων εταιρειών με ίδια κεφάλαια.

Ενας νέος κόσμος φαίνεται ότι μορφοποιείται στον Κόλπο – πιο ανοικτός στις ξένες επενδύσεις και λιγότερο εξαρτημένος από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Το Ιράκ παραμένει ο αστάθμητος παράγοντας της περιφερειακής σταθερότητας. Ομως, είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς της Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ να μετατρέπουν τον τρελό γάμο τους σε κάτι πιο υγιές.