ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικέφαλο πνεύμα;

Ανθρωποι είναι και οι ιεράρχες – και τίποτε το ανθρώπινο δεν τους είναι ξένο: το καλό και το κακό, το ταπεινό και το εγωπαθές, το μειλίχιο και το ηγεμονικό, το φιληδονικό και το ασκητικό, το γνήσιο και το κίβδηλο. Το σχήμα τους δεν αποτελεί απόδειξη αλλά κάτι που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την υψηλή ουσία του. Παρά τους αγιωτικούς πολυσύλλαβους τίτλους τους, τους πλούσιους όσο και τα άμφιά τους που υψώνονται σαν φράγμα ανάμεσα στους ίδιους και το ποίμνιό τους, εκτίθενται μόνοι τους πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τους εκθέσει και ο δηλητηριωδέστερος οπαδός του αντικληρικαλισμού. Το πρόβλημα όμως είναι ότι έτσι και τους πιστούς καταπικραίνουν και τραυματίζουν βαρύτατα τη θρησκεία την οποία κηρύσσουν.

Ούτε στενότερες σχέσεις με το Αγιο Πνεύμα μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν αυτοδικαίως όλοι οι θρησκευτικοί ηγήτορες, αλλά ούτε και στο πεδίο της γήινης, της κοσμικής πνευματικότητας διακρίνονται αυτονοήτως όλοι. Και στους κόλπους του ιερατείου -όσο μπορούμε να κρίνουμε από τις δημόσιες εκδηλώσεις των μελών του, εκδηλώσεις που παρατηρούνται πλέον και μπροστά στις κάμερες- ο μέσος όρος είναι πάνω-κάτω ο ίδιος με τον μέσο όρο που παρατηρείται και στην υπόλοιπη κοινωνία, εκεί όπου συνωστίζονται «άτιτλοι» άνθρωποι, αγαθοί και πονηροί, και οι οποίοι πάντως δεν θα επικαλεστούν ποτέ, σαν άλλοθι ή σαν απόδειξη ποιότητας και ισχύος, κάποια αποκλειστική σχέση με τα ουράνια.

Οι θρησκείες, όποια θεότητα κι αν τιμούν, διαχειρίζονται ένα τεράστιο κεφάλαιο: τον μεταφυσικό φόβο των ανθρώπων. Ακριβώς σ’ αυτό το διαρκώς ανανεούμενο κεφάλαιο χρωστούν τη μισή από την απροσμέτρητη ισχύ τους. Την υπόλοιπη την οφείλουν στην κοσμική δράση τους, στην πολιτική εμπλοκή τους. Μία από τις σοβαρότερες «παράπλευρες» επιπτώσεις αυτής της λειτουργίας τους ως πολιτικών κατά βάση οργανισμών είναι και οι συγκρούσεις στο ίδιο τους το εσωτερικό. H χρήση θεολογικού ή θρησκειολογικού λεξιλογίου όταν ξεσπούν τέτοια επεισόδια (όπως ετούτη την περίοδο, ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ή ανάμεσα στον αρχιεπίσκοπο και ορισμένους μητροπολίτες) δεν κατορθώνει να εξευγενίσει την αντιδικία, να την εμφανίσει πειστικά ως αμιγώς πνευματική.

Οσο για τη διαβεβαίωση στην οποία προβαίνουν εξ εθίμου και ταυτόχρονα όλοι οι αντιμαχόμενοι ότι οι αποφάσεις τους λαμβάνονται εν πνεύματι αγίω, το μόνο που μπορεί να επιτύχει είναι να εμφανίσει διχασμένο (τουλάχιστον) το άγιο πνεύμα, και κατά συνέπεια να το διαβάλει. Και κάπως έτσι, ο πιστός, παιδιόθεν εξοικειωμένος με την παράσταση του πνεύματος εν είδει περιστεράς, αρχίζει να υποθέτει ότι για ορισμένους ιεράρχες η ταιριαστή απεικόνιση του πνεύματος είναι ο βυζαντινοπρεπής δικέφαλος αετός.