ΑΠΟΨΕΙΣ

Απόηχος μιας επιστολής

Στο χθεσινό φύλλο, η «K» παραβίασε έναν κανόνα της. Δημοσίευσε μια ανώνυμη επιστολή. Δεν έθιγε κανέναν – αν και υπό μίαν έννοια θα έπρεπε να μας θίγει όλους. Μία νέα αρχαιολόγος, συμβασιούχος ήδη από κάποια χρόνια στο υπουργείο Πολιτισμού, εξέθετε σ’ αυτήν ό,τι συνθέτει από καιρό τη ζωή της. Δεν έκανε κάποια προσπάθεια αναλυτικής προσέγγισης και υπόδειξης των προβλημάτων, ούτε υπολογισμούς του προϋπολογισμού του υπουργείου, του πόσο είναι επαρκής και πού ενδεχομένως κατασπαταλάται. Δεν είχε καν διάθεση να προσωποποιήσει ή να πολιτικοποιήσει, ούτε να απευθύνει κάποια συγκεκριμένη καταγγελία. Ανέφερε μόνον πώς εισπράττει την επαγγελματική της κατάσταση και πώς η ζωή της ορίζεται απ’ αυτήν.

Φράσεις απλές για ανθρώπινες πτυχές, που δεν χωρούν σε καμία στατιστική και κανέναν προϋπολογισμό, καμιά Χάρτα Σύγκλισης ή πακέτο παροχών – και ίσως γι’ αυτό τείνουμε συνήθως να τις προσπερνούμε, καθώς εστιάζουμε την προσοχή μας στη «μακροσκοπική» εξέταση των πραγμάτων. Φράσεις απλές: «Κάθε φορά που τελειώνουν οι 1.390 ώρες… αρχίζω να σκέφτομαι τί θα γίνει με την επόμενη σύμβαση. Είναι ένας εφιάλτης που κάθε χρόνο επανέρχεται…». «Ευτυχώς δεν έχω παχύνει και δεν χρειάζεται να αγοράσω καινούργια ρούχα». «Φέτος σκέφτομαι ότι πρέπει να πιάσω και δεύτερη δουλειά». «Δεν απεργώ γιατί φοβάμαι… Θα με βάλουν στο μάτι και μένα αν απεργήσω». «Μου λένε για προσλήψεις και διαγωνισμούς. Πότε να προλάβω να διαβάσω; Πώς να συγκεντρωθώ; Δεν είμαι πια 22 χρόνων…»

Φράσεις απλές, που αποκαλύπτουν πόσο συγκλονιστικά μακρινή από την πραγματικότητα είναι η τόσο συχνή δήλωση δημοσίων λειτουργών με ισοβιότητα ή μονιμότητα και με προνομιακό μισθολόγιο ότι «δεν αμείβονται όπως θα έπρεπε». Φράσεις που, ακόμη περισσότερο, αποκαλύπτουν πόσο μακρινές από τη ζωή είναι οι συνήθεις αφοριστικές εισηγήσεις για ανάγκη «μεγαλύτερης κινητικότητας» ή «διαρκούς επιμόρφωσης» ή «συνεχούς ανταγωνισμού» ή «και αλλαγής επαγγέλματος» των εργαζομένων, πόσο δεν λαμβάνουν υπόψη την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, το διαβρωτικό αίσθημα ανασφάλειας που καλλιεργεί στους ανθρώπους η έλλειψη σταθερής απασχόλησης με κάποια προοπτική.

Η σκιά πάνω από τη ζωή της νέας αρχαιολόγου, η απορία της για το πώς μπορεί να κάνει παιδιά υπό τέτοιες συνθήκες, η αβεβαιότητα που της σβήνει κάθε όνειρο δημιουργίας, το αίσθημά της ότι πρέπει να αναζητήσει και δεύτερη δουλειά, όλα αυτά είναι αγωνίες κοινές σε όλο και περισσότερους ανθρώπους που τείνουν υπό τέτοιες αδιέξοδες συνθήκες να απασχολούνται. Και η αγωνία τους δεν καθρεφτίζεται καν ως πρόβλημα στις στατιστικές, αφού δεν είναι άνεργοι, ούτε ανέστιοι – κι ας είναι η εργασία τους ένα ατελές και αβέβαιο υποκατάστατο του ό,τι νοούμε ως «θέση εργασίας».

Τι χωράει απ’ όλη αυτήν την αγωνία στα προγράμματα των κομμάτων και τα σχέδια οικονομικής πολιτικής; Τί ισχύ έχουν τα όμορφα λόγια περί «ευημερίας για όλους»; Μερικές ακόμη συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δουλειά 34 εβδομάδες το χρόνο – αν «όλα πάνε καλά»;