ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Γεωγραφία ξενοφοβίας

Επιχειρήσεις «σκούπα» από την Αστυνομία, και με έντονη τηλεοπτική προβολή, προ ολίγων ετών στο κέντρο της Αθήνας και άλλων πόλεων, μαγαζάτορες «αγανακτισμένοι» να καλούν αστυνομικούς να «μαζέψουν» τους «Αλβανούς» που κάθονταν κοντά στα εμπορικά τους σε παγκάκια γύρω από την πλατεία Ομονοίας και, διαδεδομένη, εδώ και δέκα χρόνια στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, η άποψη, ότι ο ξένος, οικονομικός μετανάστης, είναι γενικά ένας «Αλβανός», άξιος μόνο για ένα χαμηλό «μαύρο» μεροκάματο και δυο κλωτσιές και οπωσδήποτε υποψήφιος κακοποιός με την πρώτη ματιά. Και τώρα «ξαφνικά» ένα γεγονός, όπως αυτό που συνέβη στο σχολείο της N. Μηχανιώνας με τον αριστούχο Αλβανό μαθητή προκαλεί σε σμήνη υποκριτών «έκπληξη» και δηλώσεις πολλών και διαφόρων ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει ρατσισμός». Ολοι οι Ελληνες γνωρίζουμε φυσικά ότι σε όλες τις περιοχές της χώρας δίνουν και παίρνουν εκδηλώσεις ξενοφοβίας, ότι για πολλούς ο «Αλβανός» είναι για «φτύσιμο» και για πέταμα, ότι δεν μπορεί να ζητάει και πολλά από τις επίσημες Αρχές και την κοινωνία σε μια χώρα στην οποία «τρώει ψωμί» και «παίρνει» τις δουλειές Ελλήνων εργαζομένων…

«Ελλάδα δεν είναι μόνο η Νέα Μηχανιώνα» λένε ορισμένοι, προσπαθώντας να υπερασπίσουν την τιμή της ελληνικής κοινωνίας μετά την ευρεία δημοσιότητα που πήραν τα απαράδεκτα που συνέβησαν σε βάρος του Αλβανού μαθητή, προ ημερών. Σωστό αυτό, αλλά σωστό και ότι ξενόφοβη δεν είναι στην Ελλάδα μόνο η Νέα Μηχανιώνα. Το πρόβλημα που αναδείχθηκε (για άλλη μια φορά) με τη συμπεριφορά μαθητών, γονέων τους και τοπικών παραγόντων στη Νέα Μηχανιώνα δεν μπορεί να περιορίζεται ειδικώς σ’ αυτό το σημείο του χάρτη της χώρας μας.

Τα γνωστά αναπαράγονται

Το πρόβλημα είναι μεγάλο και όχι ανεξήγητο βεβαίως ως προς τις αιτίες δημιουργίας του. Στη μεταπολεμική Ελλάδα της ξακουστής εθνικής ομοιογένειας, του 95% ελληνορθοδόξων κατοίκων της, εισήλθαν από το 1989-’90 για πρώτη φορά εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, ο κύριος όγκος των οποίων προερχόταν από τη γειτονική Αλβανία.

Μεγάλο το «σοκ» στην ελληνική κοινωνία παρ’ ότι το γεγονός βγήκε πολύ βολικό για την ελληνική οικονομία και γερά κερδοφόρο για χιλιάδες μικρούς και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Αμήχανες στάθηκαν οι κυβερνήσεις μπροστά στο πρόβλημα, χωρίς συγκροτημένη πολιτική υποδοχής και νομιμοποίησης μεταναστών, παραδομένες και σε «ιδιαιτερότητες» περιφερειών όπου εκλεγόταν ο ένας και ο άλλος πολιτικός – βουλευτής. Στο «φόρτε» τους, κάποιες κεφαλές της Εκκλησίας και κάποιοι επαγγελματίες φανατικοί της εθνικοκαθαρότητας εκμεταλλεύτηκαν εύκολα ατομικά και συλλογικά συμπλέγματα, άγνοια, φοβίες, ανασφάλειες και εμμονές σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Τους βοήθησε σε αυτό και το ότι ο φτωχός, κακοπαθημένος, κακοντυμένος, φοβισμένος «Αλβανός» θύμισε εντονότατα αυτό που πολλοί προσπαθούσαν στην Ελλάδα να ξεχάσουν – τον εαυτό τους, τους συγγενείς και φίλους τους που περιέφεραν την ίδια εικόνα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Αυστραλία, στον Καναδά, στις ΗΠΑ πριν από δεκαετίες, όταν η Ελλάδα ήταν κάτι σαν «Αλβανία» για τον δυτικό κόσμο.

Από το 1990 τα πράγματα έχουν έως έναν βαθμό βελτιωθεί σε αυτήν τη σημαντική υπόθεση. Βοηθούν σε αυτό και οι σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους παιδιά Ελλήνων και ξένων. Ομως οι «Μηχανιώνες» είναι ακόμη πολλές στην Ελλάδα. Και φυσικά, το πρόβλημα δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί με καλύτερο τρόπο, απλώς με την αφιέρωση από τα MME ολίγων 24ωρων προβολής ενδιαφέροντος για τα όσα έγιναν και ειπώθηκαν στη N. Μηχανιώνα. Αυτοί που δεν άντεξαν στην ιδέα του αριστούχου Αλβανού μαθητή, ως σημαιοφόρου στην παρέλαση του σχολείου του, ό,τι χρόνια τώρα βλέπουν και ακούν από χίλιες μεριές αναπαράγουν. Γνωρίζουν, δε, και πολύ σωστά, ότι η συμπεριφορά τους έχει πολλούς υποστηρικτές, συμπατριώτες τους, στα κέντρα και στην περιφέρεια της χώρας.

Και οι Ελληνες πρόσφυγες, κάποτε…

Δεν υπήρχε, πράγματι, «ρατσισμός» στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Δεν οφειλόταν, όμως, αυτό σε κάποια έμφυτη ευγένεια πνεύματος των Νεοελλήνων, σε κάποια υψηλής ποιότητας αντίληψή τους περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή η απουσία. Ρατσισμός, ξενοφοβία, δεν εκδηλώνονταν μαζικώς επειδή απλώς δεν υφίστατο λόγος για κάτι τέτοιο. Αντικείμενο δεν υπήρχε. Σήμερα, που στην Ελλάδα ζουν και εργάζονται πολλοί μετανάστες, υπάρχει. Τώρα κρίνονται τα πράγματα? στη βάση πραγματικών δεδομένων. Και έντιμο θα ήταν να θυμόμαστε καμιά φορά τις μαρτυρίες που διαβάσαμε ή τις διηγήσεις γονέων και συγγενών μας σχετικώς με επιθετικές κοινωνικές συμπεριφορές ντοπίων που αντιμετώπισαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 οι εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες πρόσφυγες, οι οποίοι σκορπίστηκαν στην Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα δεν έχει εξαφανιστεί από το λαϊκό ελληνικό λεξιλόγιο η λέξη «τουρκόσπορος» για την αναφορά σε Ελληνες της Πόλης και Μικρασιάτες. Και δεν είναι χωρίς λόγο που ακόμη στα ποδοσφαιρικά γήπεδα οπαδοί ομάδων προσφυγικής καταγωγής που έχουν στη σημαία τους δικέφαλο αετό ακούν «χουλιγκάνους» των αντίπαλων ομάδων να τους αποκαλούν «χανούμισσες» ή «Βούλγαρους».

Δεν πρόκειται να προκύψει τίποτε θετικό για την Ελλάδα από την κάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος, που πάλι συζητήθηκε ευρέως, λόγω του Αλβανού μαθητή στη Νέα Μηχανιώνα. H αποδοχή των αιτίων και των διαστάσεων του προβλήματος θα ήταν η καλύτερη βάση για την ψύχραιμη, ουσιαστική αντιμετώπισή του από κάθε φορέα που ενδιαφέρεται πραγματικά για τη μεγαλύτερη δυνατή μείωση της έντασης της ξενοφοβίας στη χώρα μας. Δεν λύνεται το πρόβλημα με δημόσιες καταγγελίες σε βάρος των ξενόφοβων και των επαγγελματιών της εθνοκαθαρότητας από την πλευρά των «καλών» και «φωτισμένων», ούτε και με «καβγάδες» των μεν και των δε σε τηλεοπτικά «παράθυρα». Γνωστό είναι πλέον σε όλους ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια κρίση σοβαρή. Και κομμάτι αυτής της κρίσης είναι και οι συμπεριφορές που υφίστανται παιδιά όπως ο αριστούχος Οδυσσέας Τσενάι στο σχολείο του.