ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετά το 2004 τι;

Ηδη από πολλών μηνών, αλλά κυρίως από τον Σεπτέμβριο, όταν η κυβέρνηση εστράφη προς την προεκλογική πολιτική της παροχολογίας, οι επιφυλάξεις των μετριοπαθών παρατηρητών των ελληνικών πραγμάτων ανάγονται όλες σε έναν κοινό παρονομαστή: την ανησυχία για το πώς θα διαμορφωθεί η εικόνα της χώρας μετά το 2004.

H ανησυχία αυτή εκφράζεται πρωτίστως για την οικονομία και τον βαθμό στον οποίον θα δυνηθεί να συντηρήσει μια πορεία υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών, όταν όχι μόνον δεν θα υπάρχει ο ποταμός δαπανών της ολυμπιακής προετοιμασίας, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να αποπληρωθεί το χρέος των αγώνων, ενώ ταυτόχρονα θα εξαντλούνται και οι κοινοτικές πληρωμές προς τη χώρα, για την οποίαν το Γ΄ ΚΠΣ είναι η τελευταία ευκαιρία. Τα ολυμπιακά έργα, σε μεγάλο βαθμό αντιπαραγωγικά, δεν δικαιολογούν αισιοδοξία ότι θα λειτουργήσουν ως πόλοι δευτερογενούς ανάπτυξης, η δε επικέντρωσή μας σε αυτά φαίνεται ότι επέτεινε την εξαγωγική αναιμικότητα της οικονομίας μας.

Εκφραση της ανησυχίας δεν είναι μόνον οι παρατηρήσεις των ειδικών, όπως π.χ. οι επιφυλάξεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. N. Γκαργκάνα, αλλά και το έκδηλο στις σφυγμομετρήσεις αίσθημα ανασφάλειας του πληθυσμού για το μέλλον. Αυτό δε το αίσθημα έχει σημασία όχι μόνον ως μέτρο αποτυχίας των κυβερνητικών στόχων, αλλά και από αμιγώς οικονομική άποψη: η ανασφάλεια σημαίνει μειωμένη εμπιστοσύνη? και η εμπιστοσύνη είναι κρίσιμη για τη διάθεση των ανθρώπων να «ανοιχτούν» και να επενδύσουν – άρα για την οικονομική ανάπτυξη. Το «έλλειμμα ελπίδας» για την πορεία της χώρας μετά το 2004 αποτελεί, λοιπόν, την κοινή επωδό όλων των εκφραζομένων επιφυλάξεων για τα δεδομένα του σήμερα. Και το έλλειμμα αυτό υπερβαίνει τον οικονομικό τομέα, εκτεινόμενο σε μία ευρύτερη εντύπωση έλλειψης κεντρικού εθνικού στόχου, ικανού να συντονίσει τις προσπάθειες και τον δυναμισμό μας.

Με τα παραπάνω λίγοι θα διαφωνούσαν, αφού ακόμη και στις τοποθετήσεις των πλέον αισιόδοξων διακρίνει κανείς μια ανασφάλεια για το τι κρύβει η επόμενη ημέρα της Ολυμπιάδας. Παρά ταύτα, ενώ διανύουμε προεκλογική περίοδο, το ευρύτερο ζήτημα της ελληνικής πορείας μετά το 2004 δεν τίθεται ως κεντρικό στον προεκλογικό διάλογο. Αντιθέτως, κατακερματίζεται στις πτυχές του, οι οποίες αντιμετωπίζονται με επιμέρους προσεγγίσεις, θριαμβικές ή καταστροφικές ανάλογα με την κομματική τους προέλευση, χωρίς καμία ευρύτερη αντίληψη και, κυρίως, χωρίς προτάσεις για το «τι χρη δραν».

Η μέθοδος αυτή μπορεί να εξυπηρετεί τα κόμματα, αφού έτσι μένουν «μακριά από τα δύσκολα», δεν εξυπηρετεί όμως ούτε τη χώρα, που θα βρεθεί απροετοίμαστη, ούτε τους εκλογείς, που αδυνατούν να διαμορφώσουν εικόνα για το κρισιμότερο των ζητημάτων. Στους λίγους μήνες που απομένουν μέχρι τις εκλογές είναι ευθύνη όλων να πιέσουμε για τη στροφή του προεκλογικού διαλόγου στα ουσιώδη και να αξιώσουμε τη σοβαρότερη δυνατή προπαρασκευή για την περίοδο, στην οποία θα κριθεί αν η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά ή θα μείνει ακόμη πιο πίσω από τους εταίρους της στην E.E.