ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Και οι «πράσινοι» και οι «γαλάζιοι»…

Η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας εκνευρίστηκε λόγω του προβλήματος που (της) δημιούργησε ο «δικός της» νομάρχης κ. K. Τάτσης με τις δηλώσεις που έκανε με αφορμή την υπόθεση της σημαίας.Και οι «γαλάζιοι» προσπαθούν τώρα να «ξεχάσουν» τα όσα δυσάρεστα προκάλεσαν αυτήν την ιστορία. Από τη δική της πλευρά η κυβέρνηση πήρε χαρά μεγάλη με τα όσα είπε ο σκληροδεξιός και με φιλοχουντικό παρελθόν νομάρχης, διότι η περίπτωσή του ήρθε να «θυμίσει» κάποια «κουσούρια» της παράταξης που διοικεί ο μεγάλος αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ κ. K. Αλ. Καραμανλής.

Καλά και ωραία όλα αυτά που έχουν στο μυαλό τους οι ηγεσίες του κυβερνώντος κόμματος και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σχετικώς με τους οικονομικούς μετανάστες, το φαινόμενο της ξενοφοβίας, τον ρατσιμό κ.λπ. Τι νομίζουν, όμως, και τα δύο μέρη; Οτι με τις επίσημες δηλώσεις τους «καθαρίζουν» με το πρόβλημα; Οτι με τα μεγάλα και σοφά λόγια ξορκίζουν το κακό;

Σημασία δεν έχει αν και κατά πόσον στα αλήθεια εννοούν αυτά που δημοσίως δηλώνουν οι ηγεσίες. Σημασία έχει, ότι θα ήταν αστείο να πιστεύουν, πως στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχουν σήμερα πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες πολίτες και «πράσινοι» και «γαλάζιοι» οπαδοί τους, φίλοι και θαυμαστές τους που κατά τον ΙΔΙΟ τρόπο αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς μετανάστες, τον «Αλβανό».

Αυτό είναι άλλωστε και το πρόβλημα: Οχι το τι είπε ο κάθε κύριος τάδε πολιτικός του ΠΑΣΟΚ ή της Ν.Δ. για τους Αλβανούς, για τους «καθαρούς», τους «γεννημένους» Ελληνες για τη σημαία, για την «ελληνικότητα» κ.λπ., αλλά το πώς τοποθετείται ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σ’ αυτά.

Ολα όσα συνέβησαν προ ημερών με μαθητές αλλοδαπούς, σημαιοφόρους σε παρελάσεις σχολείων, για την 28η Οκτωβρίου, έχουν σχέση με μια πραγματικότητα, με ένα πρόβλημα που δεν γίνεται ούτε χειρότερο ούτε λιγότερο έντονο αναλόγως με το τι θα πει δημοσίως ο κ. Ψωμιάδης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο εκπρόσωπος της Ν.Δ., ο κ. νομάρχης Τάτσης ή κάποιος άλλος πολιτικός.

Την κατάσταση της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, τα (λίγα) καλά της, τα (πολλά) κακά της, τα μεγάλα «κουσούρια» της, τις ιδιαίτερες νευρώσεις της για το ένα και το άλλο «εθνικό» θέμα, όλοι τα γνωρίζουμε καλά όλα αυτά.

Οσοι περιφρονούν βαθύτατα τον «Αλβανό» δεν έχουν ανάγκη από τα λόγια του κ. τάδε πολιτικού για να πιστεύουν ότι πολύ σωστές είναι οι απόψεις τους για τον «ξένο». Ούτε πάλι έχουν ανάγκη, οι σεβόμενοι τον οικονομικό μετανάστη πολίτες τα καλά, ωραία και δημοκρατικά λόγια ενός πολιτικού, για να στερεώσουν τη δική τους άποψη για το πρόβλημα.

Χωρίς έκπληξη

Προβληματισμοί βεβαίως και αναπτύσσονται γύρω από το θέμα της κατάστασης των ξένων οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα, για τις σχέσεις τους με την ελληνική κοινωνία, για τα προβλήματα που δημιουργούνται στον χώρο της εκπαίδευσης από αυτήν την υπόθεση. Αλλά δεν είναι σήμερα οι επίσημοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι πλέον κατάλληλοι για την προαγωγή αυτών των προβληματισμών. H ουσία αυτής της υπόθεσης δεν έχει να κάνει με προεκλογικά «χτυπήματα» της μιας ή της άλλης πλευράς, με «αμηχανίες» πολιτικών «αστέρων» ή με «γκάφες» τους, δεν έχει να κάνει με την μια ή την άλλη κομματική «πελατεία» του κάθε πολιτευόμενου σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όλα αυτά, διότι έχει ανακύψει σε μια κοινωνία που βαδίζει σχεδόν τυφλά χωρίς σοβαρούς πολιτικούς οδηγούς προς κάποια μελλοντική «ανάπτυξη», το περιοχόμενο της οποίας δεν είναι ακόμη σε θέση να προσδιορίσει το πολιτικό προσωπικό που κυβερνάει ή και εκείνο που προσφέρεται για να κυβερνήσει προσεχώς. Μέσα στο σημερινό εθνικό σκηνικό θα αποτελούσε μάλλον έκπληξη πρώτου μεγέθους η διαπίστωση μιας άνευ ιδιαίτερων προβλημάτων συνύπαρξη της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών με τις εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες, που ανωμάλως, χωρίς νόμιμες διαδικασίες (εσκεμμένως) κατά πλειοψηφία «μπούκαραν» στη χώρα μας από το 1990.

Ποιοι «πατριώτες»;

Πολλά λόγια πολιτικών, διαφόρων «ειδικών» και γενικώς «διάσημων» Ελλήνων περί «πατριωτών» και «πατριωτισμού» ακούστηκαν τις τελευταίες ημέρες λόγω της ιστορίας που ξεκίνησε με την περίπτωση του αριστούχου Αλβανού μαθητή Οδυσσέα Τσενάι. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος έδωσε σε μια ομιλία του, την άποψή του με λίγα λόγια: «Πραγματικός πατριώτης είναι όποιος ενεργεί καθημερινά και ευσυνείδητα, στον τομέα που ετάχθη, υπέρ της πατρίδος, δηλαδή υπέρ του γενικού καλού και οφέλους».

Θα ήταν θαυμάσιο για τη χώρα μας, αν ΟΛΟΙ οι πολιτικοί των μεγάλων κομμάτων εξουσίας που κυβερνούν ή θέλουν να κυβερνήσουν την Ελλάδα έπαιρναν απολύτως στα ΣΟΒΑΡΑ τα λόγια αυτά του Προέδρου. Αν στον τομέα τους δούλευαν πρώτοι αυτοί από όλους τους Ελληνες ευσυνείδητα «υπέρ πατρίδος» και μόνον, αμφιβάλλει κανείς, ότι όλα, μα όλα, θα πήγαιναν πάρα πολύ καλύτερα σ’ αυτόν τον τόπο της μεγάλης «ιδιαιτερότητας»; Αμφιβάλλει κανείς, ότι τότε τα λόγια περί «διαπλεκομένων» και περί «διαφθοράς» στη δημόσια σκηνή θα ήταν πάρα πολύ λιγότερα;

Ετσι όπως έχουν, όμως, σήμερα τα πράγματα στον ελληνικό δημόσιο βίο, πολλοί είναι αυτοί που παίρνουν το δικαίωμα να δίνουν το δικό τους νόημα, τη δική τους ερμηνεία στις λέξεις «πατριώτης», «πατριωτισμός», «ελευθερία». Γιατί να μην συμβαίνει αυτό, όταν από τις κορυφές της κοινωνίας, από τις μεγάλες πολιτικές οργανώσεις της, τα μεγάλα κόμματα, δεν μεταδίδεται κάτι που να επιβεβαιώνει πρακτικώς μιαν ερμηνεία, όπως αυτή που έδωσε για τον πατριώτη ο κ. K. Στεφανόπουλος; Πόσοι πολλοί μπορεί να είναι σήμερα οι πολίτες που αισθάνονται να έχουν το καθήκον για ευσυνείδητη και υπέρ πατρίδος εργασία, όταν οι λαμπροί πολιτικοί «αστέρες» μας συντηρούν και ενισχύουν μια κοινωνία στην οποία ευημερούν και γενικώς θριαμβεύουν πρώτα οι «ατσίδες», τα «λαμόγια» και οι άρχοντες της «μαύρης» οικονομίας;