ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεσμώτες της δημοσιότητας

Τους είδαμε παντού. Σε όλα τα μέρη όπου δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος να τους δούμε, σε πράξεις και σε στάσεις που, αν έχουν νόημα, έχουν μόνο για τους ίδιους, όχι για τους τρίτους. Τους είδαμε να πίνουν ουζάκι σε «παραδοσιακό καφενείο» (και να στρέφουν το βλέμμα στην κάμερα παρά στο μεζεδάκι), να κάνουν κοιλιακούς στα γυμναστήρια, να βολτάρουν οικογενειακώς σε όρη και παραλίες, να μοιράζουν στους περαστικούς πλαδαρές χειραψίες και ανεκτικά χαμόγελα, να πηγαίνουν στον κινηματογράφο και να κάνουν δηλώσεις στην πολυπληθή συνοδεία των ρεπόρτερ, να τρατάρουν μελομακάρονα και ρακί τους ανθρώπους με την κάμερα που ξεροσταλιάζουν για μια δήλωση («τι έχετε να πείτε; τι θα προσποιηθείτε ότι έχετε να πείτε για να προσποιηθούμε κι εμείς ότι ακούμε τον Μωυσή άρτι κατελθόντα από το Σινά;»), να αγοράζουν βιβλία, δίσκους, ψήφους…

Τους είδαμε παντού τους πολιτικούς μας, σε όλες τις «ανθρώπινες στιγμές» τους. Και τους είδαμε επειδή οι ίδιοι θέλησαν να τους δούμε, να τους βλέπουμε συνεχώς, οικειοθελώς αμφιθέατροι αυτοί σε έναν κόσμο καταβροχθιστικά ηδονοβλεπτικό. Γιατί ακόμη κι αν αποδεχτούμε ότι δεν ειδοποιούν μόνοι τους ή διά των εικονοποιών τους τα κανάλια, ποτέ δεν έδειξαν να δυσανασχετούν, ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν, κι όχι βέβαια από το φόβο ότι μπορεί να χαρακτηριστούν «εχθροί της διαφάνειας και της ενημέρωσης του λαού». Από συνήθεια ή από ανάγκη, προβάρουν διαρκώς χαμόγελα και πόζες και συμμορφώνονται στην κάμερα, στην αισθητική και τη λογική της -άρα λοιπόν και στην ηθική της- ακόμη κι όταν υποτίθεται πως είναι απολύτως μόνοι. Και παπαγαλίζουν τον επίσημο εαυτό τους ακόμη κι όταν το μόνο που θα ήθελαν κατά βάθος να πουν είναι ότι το μεζεδάκι που συνοδεύει το ούζο τους είναι αρκετά νόστιμο, παρότι όχι και τόσο «παραδοσιακό», ότι η ταινία που είδαν ήταν συμπαθητική, ή ότι τα βιβλία που αγόρασαν θ’ αργήσουν να τα διαβάσουν γιατί έχουν «σοβαρότερες έγνοιες».

Η παραγωγή δημοσιότητας -αυτό είναι όλο κι όλο το πολιτικό πρόγραμμα, σ’ αυτό εξαντλείται και το όραμα. Οι πολιτικοί (με τη συναίνεσή τους) γλιστρούν στο ρόλο των αστερίσκων του μουσικού στερεώματος που, για να διαφημίσουν τον καινούργιο τους δίσκο, ξημεροβραδιάζονται θορυβώντας στα κανάλια, από τα «πρωινάδικα» ώς τις εκπομπές των σοβαροφανών εκπομπαρχών. Καμιά αντίρρηση πως έχει τις δυσκολίες και τους όρους της η δουλειά του πολιτικού. Μα δεν θα έπρεπε κάποιους από αυτούς τους όρους να τους θέτουν οι ίδιοι; Δεν θα έπρεπε να πουν κάποια στιγμή πως δεν αντέχουν άλλο να στήνονται «αυθόρμητα», πως, όταν πηγαίνουν στο θέατρο π.χ., πηγαίνουν για να δουν, όχι για να τους δουν; Μέχρι να πουν το «μεγάλο όχι», δεν αρχίζουν λέγοντας δυο-τρία μικρά «όχι», μπας και συνηθίσουν;