ΑΠΟΨΕΙΣ

Ετσι… χωρίς τίποτα

«Στο κάτω κάτω, μια μικρή μαρτυρία είναι κι αυτή. Μαρτυρία μιας γενιάς που τείνει να εξαφανιστεί. Μιας γενιάς που πολέμησε, έκανε αντίσταση, πήγε εξορίες και ανοικοδόμησε (άσχημα πολλές φορές, αλλά πάντως ανοικοδόμησε). Μιας γενιάς που δεν είχε την πολυτέλεια, αλλά ούτε και τη δυνατότητα να βαρεθεί. Ούτε να πλήξει».

Η Μαρία Ρεζάν στον πρόλογο της αυτοβιογραφίας της, «Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα», είναι εξομολογητική, άμεση, ειλικρινής, αυθεντική. Απευθύνεται στον αναγνώστη, όπως ακριβώς και στον ακροατή. Αφηγείται την ιστορία της και παράλληλα την ιστορία της γενιάς της. Είχε το χάρισμα να μιλάει απλά και ουσιαστικά. Ισως γιατί είχε πράγματα να πει, να διηγηθεί, να παρατηρήσει. Είχε βιώματα η Μαρία Ρεζάν, μια ζωή γεμάτη, «πελεκημένη». Ανοιξε, όπως γράφει και η ίδια, «την περπατησιά της», αγωνίστηκε, διεκδίκησε, μέτρησε κέρδη και απώλειες. Δεν βαρέθηκε, δεν έπληξε. Ακόμη και την τελευταία δεκαετία του βίου της, καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα, ύστερα από ένα σοβαρό εγκεφαλικό που υπέστη, δεν παραιτήθηκε, δεν έπαψε να είναι ενεργή και παρούσα. Χωρίς να προκαλεί θόρυβο γύρω από τον εαυτό της, διατηρώντας την αξιοπρέπεια και τη σεμνότητα του χορτάτου και καλοζωισμένου αστού.

Για την προσφορά της δημοσιογράφου, υπάρχουν άλλοι, πολύ πιο αρμόδιοι, να μιλήσουν. Εκείνο που τράβηξε την προσοχή μας είναι ο τρόπος που επέλεξε να αυτοβιογραφεί. Το βλέμμα της δεν είναι εστιασμένο στο «εγώ». Απλώνεται στην οικογένεια, στο περιβάλλον, στο χώρο της δουλειάς, σε πολιτικά πρόσωπα. Συνθέτει, εν ολίγοις, μέσα από το προσωπικό, την ατμόσφαιρα μιας εποχής, με πάθος αλλά και διαλλακτικότητα, με υποκειμενικά κριτήρια αλλά αντικειμενική γνώση. Ο,τι αγνοεί το παρακάμπτει ή το δηλώνει ευθαρσώς. Δεν γράφει με την ιδιότητα του μαϊντανού – παντογνώστη. Θυμάται, αναπολεί, σκέφτεται και συγχρόνως αποτιμά τις καταστάσεις που βίωσε και «ελέγχει».

Μόνο προς το τέλος επιτρέπει στον εαυτό της να διατυπώσει απορία ή παράπονο μάλλον παρά να επιτεθεί, να καγχάσει ή να μειώσει τους νεότερους συναδέλφους της: «…Λαχτάρησα να διακρίνω ένα ίχνος τρακ στα νέα παιδιά που έχουν κατακλύσει τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Λίγο τρακ και λίγη έμφυτη ευγένεια απέναντι στον άνθρωπο που βρίσκεται από την άλλη μεριά του μικροφώνου και που, στο κάτω κάτω, είναι καλεσμένος τους. Οχι μόνο τα τυπικά «σας παρακαλώ» και «σας ευχαριστώ», που κι αυτά τα συνοδεύει συχνά εκείνο το απαίσια προστακτικό «πέστε μου». Ευγένεια που να αναβλύζει πηγαία και που, χωρίς να το λέει, να δείχνει πως πριν απ’ όλα τον σέβεσαι τον άλλο, έστω και αν δεν συμφωνείς μαζί του».

Η Μαρία Ρεζάν «φωτογραφίζει» μια πλευρά του σημερινού ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Αυτό που ο θεατής ή ο ακροατής εισπράττει ως επιθετικότητα, αγένεια ή κοινωνικό αναλφαβητισμό. Από την άλλη, η υπερβολική γαλαντομία και κολακεία του προσκεκλημένου, ακυρώνει κάθε πρόθεση να αποκαλυφθεί οποιαδήποτε πτυχή της προσωπικότητάς του. Και οι δύο συμπεριφορές, οδηγούν στο ίδιο, μηδενικό, αποτέλεσμα. Λείπει η περιέργεια, η επιθυμία, ο κόπος της προσέγγισης. Ενας διακόπτης, που να ρυθμίζει τη θερμοκρασία ούτως ώστε να μην κατρακυλάει από το κακότροπο στο γλυκερό, χωρίς… ενδιάμεσους σταθμούς.

Οι κανόνες που όριζαν το δημοσιογραφικό περιβάλλον της Μαρίας Ρεζάν -και μεταγενέστερα- δεν ταύτιζαν το βίωμα με τις δημόσιες σχέσεις. H αποτυχία είχε ίσο μερίδιο με την επιτυχία. H έκθεση, ήταν η βασική υποχρέωση του δημοσιογράφου. H κατάκτηση της είδησης δεν ήταν εξόρμηση εκ του ασφαλούς ή ναρκισσιστική πιρουέτα. Το «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» δεν σήμαινε έτσι, χωρίς προπαίδεια, χωρίς ευαισθησία, χωρίς σωτήριο αυτοσαρκασμό. Δεν ήταν ένα «έτσι… χωρίς τίποτα».