ΑΠΟΨΕΙΣ

Χώροι εκτός νόμου

H κατάληψη, πριν από λίγους μήνες, του κεντρικού Μεγάρου του Πανεπιστημίου Αθηνών ως μέθοδος πίεσης για την αποφυλάκιση προσώπων που είχαν συλληφθεί για «αντιεξουσιαστικές» εκδηλώσεις (και μεγάλες καταστροφές!) στη Θεσσαλονίκη έθεσε και πάλι, επιτακτικά, το πρόβλημα του λεγόμενου «πανεπιστημιακού ασύλου» και της νομικής κατοχύρωσής του. Το πρόβλημα είναι γνωστό από χρόνια, έχει απασχολήσει και την πανεπιστημιακή κοινότητα και την κοινή γνώμη. Το κακό είναι ότι θεωρείται υπερμέτρως καυτό από τους πολιτικούς όλων των αποχρώσεων που προτιμούν να το αντιπαρέρχονται.

Ας δούμε πρώτα κάποιες ιστορικές ρίζες. H πράξη γέννησης της τωρινής μας δημοκρατίας -της πιο σταθερής και της πιο πλήρους που γνώρισε ο τόπος μας- είναι διακοσμημένη με εικόνες συγκρούσεων ανάμεσα στην αστυνομία (ή τον στρατό) και φοιτητές μέσα σε χώρους των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Στην εθνική μας μνήμη έχουν καταχωρηθεί εφορμήσεις δυνάμεων κρατικής βίας, με όπλα και με τανκς, για να καταστείλουν απελευθερωτικές εξεγέρσεις πότε στη Νομική Σχολή (1972) και πότε στο Πολυτεχνείο (1973). Και οι εξεγέρσεις αυτές προκάλεσαν τις πρώτες ρωγμές που οδήγησαν, λίγο μετά, στην τελική κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Ετσι, κυρίως τον πρώτο καιρό μετά την πτώση της χούντας, η περιφρούρηση της δημοκρατίας είχε συνδεθεί ψυχολογικά με την παρεμπόδιση κάθε εισόδου αστυνομικών ή στρατιωτιικών δυνάμεων σε πανεπιστημιακούς χώρους. Αναζητήθηκαν, λοιπόν, νομικές κατοχυρώσεις για την εξασφάλιση της πιο μεγάλης και πιο στεγανής απόστασης μεταξύ αστυνομίας και πανεπιστημίων, χωρίς να είναι εξ αρχής συνειδητό ότι η αναζήτηση μιας τέτοιας κατοχύρωσης περιείχε μέσα της μια βασική αντίφαση: όσο υπάρχει δημοκρατία και όσο οι νόμοι είναι σεβαστοί, καμιά επέμβαση της αστυνομίας δεν είναι επικίνδυνη? η αστυνομία γίνεται επικίνδυνη από τη στιγμή που θα έχει καταρρεύσει η δημοκρατία, αλλά τότε και οι νόμοι θα έχουν καταρρεύσει μαζί της.

Η ρύθμιση και η εφαρμογή

Οπως και αν έχει το πράγμα, έστω με κάποιαν αφελή αισιοδοξία, φθάσαμε στη νομική κατοχύρωση του λεγόμενου «πανεπιστημιακού ασύλου». O νόμος το είπε ρητά: «απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων χωρίς την πρόσκληση ή την άδεια αρμόδιου οργάνου του AEI» (ν. 1268/1982, άρθρο 2 παρ. 5). Για τη χορήγηση αυτής της πρόσκλησης ή της άδειας προβλέφθηκε ειδικό τριμελές όργανο όπου μετέχει και εκπρόσωπος των φοιτητών και όπου η απόφαση χρειάζεται ομοφωνία. Χωρίς άδεια, η «δημόσια δύναμη» μπορεί να μπει σε πανεπιστημιακούς χώρους μόνον αν διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής – περιπτώσεις μάλλον θεωρητικές, γιατί και σπάνιες θα είναι και σπάνια η έγκαιρη διαπίστωσή τους.

Στον νόμο αναφέρεται και ο σκοπός αυτής, της κατοχύρωσης του πανεπιστημιακού ασύλου: «για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών» (παρ. 4). Γίνεται εξ αρχής φανερό ότι η πραγματική χρήση του ασύλου καμιά σχέση δεν έχει με τους διακηρυσσόμενους σκοπούς των επιστημονικών ελευθεριών που υποτίθεται ότι το δικαιολογούν. Γιατί ποια σχέση έχουν με τις επιστημονικές αναζητήσεις και τη διακίνηση των ιδεών οι καταλήψεις με την παρεμπόδιση των μαθημάτων και της χρήσης των βιβλιοθηκών, οι καταστροφές, οι λεηλασίες ή έστω και μόνο το μουντζούρωμα των τοίχων – γιατί σ’ αυτά χρησιμεύει το άσυλο όταν δεν χρησιμεύει στην ανεμπόδιστη διακίνηση ναρκωτικών.

Αξίζει να προσεχθεί ότι η διάταξη του νόμου δεν είναι έτσι διατυπωμένη ώστε να κατοχυρώσει κάποιο δικαίωμα των διδασκόντων και των διδασκομένων για την ελεύθερη και απρόσκοπτη διεξαγωγή της διδασκαλίας και της έρευνας. H ισχύουσα διατύπωση απλώς απαγορεύει την είσοδο της «δημόσιας δύναμης» στους πανεπιστημιακούς χώρους. Ετσι, λειτουργεί υπέρ όλων όσοι βρίσκονται μέσα στους χώρους αυτούς, άσχετα αν είναι ή δεν είναι μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Και καθώς η είσοδος στους πανεπιστημιακούς χώρους είναι στον τόπο μας ελεύθερη για τον καθένα, φθάνει να πατήσεις το πόδι σου στους χώρους αυτούς για να αναπτύξεις όποια καλή ή κακή δραστηριότητα θέλεις χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως τρόπος παρεμπόδισής σου στη δραστηριότητα αυτή, ακόμα και την πιο άσχετη με τις ακαδημαϊκές ελευθερίες, ακόμα και την πιο εγκληματική.

Ενα απαράδεκτο καθεστώς

Ισως μερικοί αναρωτήθηκαν, κατά τη διάρκεια της τελευταίας κατάληψης του κεντρικού μεγάρου του Πανεπιστημίου Αθηνών, γιατί το αρμόδιο τριμελές όργανο δεν διατύπωσε προς την αστυνομία την πρόσκληση που προβλέπεται από τον νόμο. Δεν ξέρω αν οι πρυτανικές αρχές αντιμετώπισαν αυτό το ενδεχόμενο, αν το όργανο συνήλθε και ποια ήταν η τοποθέτησή του. Αλλά ίσως η παράλειψη της πρόσκλησης να ήταν πράξη σωφροσύνης: βέβαια, η αστυνομία εύκολα θα μπορούσε να διώξει τους λίγους καταληψίες από το πανεπιστήμιο, πιθανότατα μόνο με κάποιους ασήμαντους μικροτραυματισμούς. Αλλά πόσες ζημιές αυτοί -ξένοι προς την πανεπιστημιακή κοινότητα και αδέσμευτοι ηθικά- θα μπορούσαν να προκαλέσουν, πριν φύγουν, στο κτίριο, στην αίθουσα τελετών, στα γραφεία ή στα όργανα; Το παν θα ήταν να είχε εμποδιστεί η είσοδός τους – από όργανα του πανεπιστημίου (αν το κατόρθωναν) ή από κάποια «δημόσια δύναμη»…

Το καθεστώς αυτό, διαμορφωμένο από τον νόμο, είναι γενικά απαράδεκτο και προφανώς δεν εξυπηρετεί κανέναν από τους σκοπούς για τους οποίους καθιερώθηκε. Ετσι ήταν εξ αρχής, αλλά στις παρούσες συνθήκες είναι γενικότερα επικίνδυνο σε βαθμό εγκληματικό. Οταν η διεθνής τρομοκρατία, προπάντων οι ισλαμικές ομάδες εθελοντών αυτοκτονίας οργανώνονται για να μπορούν να καταφέρουν τυφλά χτυπήματα κατά των απίστων, όταν σε όλα τα μέρη του κόσμου η μόνη πιθανότητα μικρής άμυνας είναι οι αστυνομικοί έλεγχοι, αποτελεί προκλητική προσφορά προς τους τρομοκράτες η αναγνώριση της ύπαρξης χώρων που δεν υποβάλλονται στους ελέγχους αυτούς. Εκατό ή διακόσια «άσυλα» μόνο στην Αθήνα…

Οι κίνδυνοι και η αντιμετώπιση

Ας πούμε ότι οι ευγενείς σκοποί του πανεπιστημιακού ασύλου μπορούσαν να δικαιολογήσουν κάποτε τη δημιουργία, μέσα στην ελληνική επικράτεια, κάποιων νησίδων «εκτός νόμου» εξαιρεμένων από την κανονική εδαφική κυριαρχία του εθνικού κράτους. Τώρα η πολυτέλεια αυτή έχει γίνει ανεπίτρεπτη. Οι ακαδημαϊκές ελευθερίες δεν κινδυνεύουν στον τόπο μας ούτε χρειάζονται το πανεπιστημιακό άσυλο για να περιφρουρηθούν. Αντίθετα, το πανεπιστημιακό άσυλο, όπως έχει διαμορφωθεί και όπως λειτουργεί στην πράξη, αποτελεί απειλή για τις ακαδημαϊκές ελευθερίες. Και ακόμη, απειλή για την ασφάλεια των πολιτών και του δημόσιου βίου – σκεφθείτε τι θαυμάσιες βάσεις εξορμήσεων δημιουργούνται για κάθε λογής χτύπημα των Ολυμπιακών Αγώνων (ακόμα και όσοι θεωρούμε τους Αγώνες αυτούς θεομηνία, πάντως ευχόμαστε να γίνουν με ασφάλεια, προφυλαγμένοι από κάθε τρομοκρατική δραστηριότητα). Το πρόβλημα είναι και σοβαρό και επείγον. H δυσκολότερη διάσταση είναι ότι προσφέρεται εύκολα για αντιπολιτευτική δημαγωγία. Γι’ αυτό, μόνο διακομματικά μπορεί να αντιμετωπισθεί έτσι ώστε το ένα κόμμα να μη φοβάται ότι το άλλο θα αντλήσει πολιτικά οφέλη από την οποία ρύθμισή του – και μάλιστα σε παραμονές εκλογών. Μια λύση θα ήταν να προταθεί για μετά τις εκλογές -από την κυβέρνηση ή όποιον δεν φοβάται την ευθύνη της πρωτοβουλίας- μια ριζική ρύθμισή του και να κληθούν οι άλλοι πολιτικοί φορείς να τοποθετηθούν θαρραλέα και δημόσια. Οποιος θελήσει να εκμεταλλευθεί την πρωτοβουλία ή όποιος αποφύγει την τοποθέτηση, πρέπει να εισπράξει έναν στιγματισμό που καλό δεν θα του κάνει.