ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι δεν είναι ο κύριος Σημίτης

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι επικοινωνιακή επιτυχία είναι να το να καταφέρει κάποιος να γίνει γνωστός, να τον συζητά όλος ο κόσμος. Αντιθέτως, ελάχιστοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι μεγαλύτερη επικοινωνιακή επιτυχία είναι να καταφέρνει, όποιος το επιθυμεί, να μη γίνεται γνωστός ως αυτό που πραγματικά είναι, αλλά ως αυτό που θέλει να πιστεύουμε ότι είναι… Και υπ’ αυτήν την έννοια, ο μεγάλος «γκουρού» της πολιτικής επικοινωνίας στην Ελλάδα είναι κάποιος που ουδείς τού αποδίδει αυτήν την ιδιότητα: ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

Στα 1996, ο κ. Σημίτης ήρθε στην εξουσία με τους αντιπάλους του να τον κατηγορούν ότι δεν είναι ηγέτης αλλά «θεωρητικός», «καθηγητής» ή, ακόμα πιο… ταπεινωτικά, «λογιστής». Αθελά της, η αντιπολίτευση είχε αναλάβει να χτίσει… δωρεάν το προφίλ του κ. Σημίτη: Ηταν η εποχή που η Ελλάδα μέτραγε τις πληγές της από μια καταστροφική δημοσιονομική πολιτική και είχε απόλυτη ανάγκη από έναν «λογιστή» να τη βάλει σε τάξη, η εποχή που η Ελλάδα είχε πλέον κουραστεί όσο ποτέ από τα μεγάλα λόγια κι ήθελε έναν «τεχνοκράτη» χωρίς μεγαλοστομίες να σιγουρέψει την πορεία της, η εποχή που η Ελλάδα αγωνιούσε να λυτρωθεί από τις μάγισσες, τις χαρτορίχτρες, τα ξόρκια και τα θυμιατά της κας Λιάνη που διεκδικούσε με πάθος να κυβερνά τη χώρα…

Φυσικά, ο κ. Σημίτης δεν απάντησε ποτέ στις «κατηγορίες». Γιατί να το κάνει; Γιατί να πει ότι, στην ελληνική, αλλά, πολύ περισσότερο, στη διεθνή, βιβλιογραφία, δεν συναντά κανείς άρθρα ή συγγράμματά του; Γιατί να αναφέρει ότι δεν έχει αφήσει πίσω του κανέναν μαθητή στον κλάδο του εμπορικού δικαίου ούτε εδώ ούτε στη Γερμανία; Γιατί να θυμίσει ότι τα χρόνια του στην έδρα υπήρξαν ελάχιστα και ότι, σε αυτά, ουδόλως αξιομνημόνευτος υπήρξε για τη διδασκαλία του;

Αντίστοιχα συνέβησαν και με τη φοβερή «κατηγορία» του «λογιστή». O κ. Σημίτης την… απεδέχθη ευχαρίστως. Δεν απάντησε ποτέ το αυτονόητο, ότι ένας στοιχειωδώς επαρκώς λογιστής δεν συμπεριφέρεται ποτέ όπως εκείνος συμπεριφέρθηκε ως υπουργός Βιομηχανίας, λ.χ., στο θέμα σχετικά με τα ναυπηγεία. Αν όμως αυτά συνιστούσαν το μεγάλο ξεκίνημα του πρωθυπουργού, τα όσα ακολούθησαν, έγραψαν τις χρυσές σελίδες του στην τέχνη της επικοινωνίας.

Αλλά ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Ας πούμε ότι κάποιος έχει μια μεσαία επιχείρηση με μερικές δεκάδες εργαζομένων και μετρημένα στα δάκτυλα τα επιτελικά στελέχη. Κι ας πούμε ότι μια έρευνα δείχνει, λ.χ., ότι με τον οικονομικό διευθυντή κάτι δεν πάει καλά. Μια άλλη έρευνα δείχνει ότι το ίδιο συμβαίνει και με τον διευθυντή πωλήσεων. Ξαφνικά, εμφανίζεται πρόβλημα και με τον υπεύθυνο της διαφήμισης. Τέλος, ο αρμόδιος για τις επενδύσεις είναι πολύ πιθανό να προτίμησε πολύ ακριβότερο εξοπλισμό από ό,τι ήταν απαραίτητος… Υπάρχει μια τέτοια εταιρεία; Οχι βέβαια! Γιατί, μια τέτοια εταιρεία θα εξαφανιστεί σε χρόνο μηδέν από προσώπου γης. Αν γίνονται όλα αυτά, ο επιχειρηματίας πρέπει να είναι εντελώς ανίκανος.

Αλλά, αν αυτό ισχύει για μια μεσαία επιχείρηση, τι ισχύει για μια κυβέρνηση; Είναι δυνατόν τα ονόματα τόσων, στενών συνεργατών ενός πρωθυπουργού, όπως ο κ. Πάχτας, ο άνθρωπος που επί χρόνια κρατάει το «μεγάλο ταμείο», να εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις και ο πρόεδρος να μην έχει ιδέα; Είναι δυνατόν όλα αυτά τα χρόνια να έχει γεμίσει ο τόπος Νεονάκηδες, Μανίκες και Μαλέσιους, βιντεολότο, υποθέσεις χρηματιστηρίου, εξόφθαλμες διαπλοκές σε τερατώδεις αμυντικές συμβάσεις και τόσα άλλα και «το κεφάλι», να μην έχει καταλάβει τίποτα; Πώς γίνεται; Μήπως, τελικά, ο κ. Σημίτης είναι απλώς ανίκανος, όπως ο επιχειρηματίας του παραδείγματός μας; Αλλά τότε, πώς βάστηξε τόσο πολύ και πώς κατάφερε σε τόσο λίγο χρόνο να δει τον μέχρι χθες «Μεσσία» διάδοχό του να τα έχει βρει τόσο σκούρα; Οχι. Ανίκανος είναι μια λέξη που δεν λέγεται ποτέ για τον κ. Σημίτη. Αλλά, τελικά, ίσως δεν είναι η μόνη. Ισως υπάρχει και μία άλλη λέξη…