ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τελευταίο «Σοβιέτ»

Τα όσα συνέβησαν με την περίφημη «τροπολογία Πάχτα» αποδεικνύουν πολύ περισσότερα από εκείνα που φαίνονται με την πρώτη ματιά. Να παρατηρήσουμε κατ’ αρχάς ότι, ακόμη σήμερα, δεν γνωρίζουμε την πατρότητα, δηλαδή εκείνον που πήρε την πρωτοβουλία, για την προώθηση στη Βουλή των οικοδομικών συμφερόντων του επιχειρηματία-κατασκευαστή. Διαγραφές, πλαστογραφίες, «κλάματα» και απειλές δεν έσπασαν των «κώδικα σιωπής», που συνδέει πάντα μεταξύ τους τους συνωμότες. Πώς, για παράδειγμα, γνώριζε τόσο καλά την αξία της τροπολογίας, το τέως πρωτοπαλλήκαρο, αν ο ίδιος δεν είχε αναλάβει την ευθύνη;

Είναι απολύτως φυσιολογικό το γεγονός ότι η κοινή γνώμη συγκλονίσθηκε, ταλαντεύθηκε και, σε μεγάλο βαθμό, ανέστρεψε την προηγούμενη φιλική της διάθεση απέναντι στον υποψήφιο νέο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ. Για τον ίδιο λόγο, η αντιμετώπιση της νέας -ατάκτως συντεταγμένης- ηγετικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, ήταν ατυχής. Οχι μόνον γιατί ήταν «άδικη», αλλά γιατί δεν επιτυγχάνει τον στόχο της.

Ο Γιώργος Παπανδρέου γνωρίζει καλά τις απόψεις που εκφέρουν, σε κάθε ευκαιρία, στον διεθνή περίγυρο, όλοι όσοι ενδιαφέρονται και παρακολουθούν τις εξελίξεις στη χώρα μας. Γνωρίζει, για παράδειγμα, ότι ενώ η συμμετοχή της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ θα μπορούσε, από μόνη της, να εξασφαλίσει εξαιρετικές συνθήκες προσέλκυσης των ξένων επενδύσεων. Εδώ και τρία χρόνια, τουλάχιστον, οι διεθνείς επιχειρήσεις έφεραν την Ελλάδα στο τραπέζι των διοικητικών συμβουλίων τους. Με κοινούς κανόνες συναλλαγών, ενιαίο νόμισμα και ένα αρκετά προχωρημένο τραπεζικό σύστημα, ήταν λογικό να συζητήσουν τις ευκαιρίες που προσφέρει η ελληνική αγορά και, ειδικότερα, η θέση της χώρας στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Αν τόσο λίγοι αποφάσισαν να κάνουν το βήμα και να προσεγίσουν την Ελλάδα ως χώρα με προοπτικές και ευκαιρίες είναι γιατί κάτι τους εμπόδισε. Η «υπόθεση Πάχτα» αναδεικνύει με τον χειρότερο τρόπο αυτό που παντού συζητείται: «μακριά από την Ελλάδα, αν δεν θες να μπλέξεις». Διαπλοκή, διαφθορά, κομματίλα, κρατισμός και εκβιασμοί είναι οι λόγοι που τους έκαναν να ξαναβάλουν στο συρτάρι τα σχέδια που είχαν ξεκινήσει να κοιτούν. Αυτό άλλωστε επιδιώκουν και οι «επιχειρηματίες του εκσυγχρονισμού», οι οποίοι θέλουν τη χώρα να μένει κλεισμένη στον εαυτό της, ένα κλειστό γήπεδο εκμετάλλευσης για την εξυπηρέτηση των πιο στενόκαρδων συμφερόντων τους.

Πολλοί είναι εκείνοι που, για να εξηγήσουν τη στάση τους, παρομοιάζουν την Ελλάδα ως να ήταν το «τελευταίο Σοβιέτ». Μια χώρα που παραμένει περίκλειστη από τείχη συνωμοσίας, αλληλοεξυπηρετήσεων, όπου η εφαρμογή των νόμων γίνεται «κατά περίπτωση», αγκιστρωμένη σε κεκτημένα που δεν προστατεύουν κανέναν άλλον παρά όσους έχουν εξασφαλίσει τη δική τους θέση. Ακόμη κι αν αυτό φέρνει πολύ περισσότερους πολίτες αντιμέτωπους με τεράστιες δυσκολίες, εμπόδια στο επάγγελμά τους, στην ανάδειξη των ικανοτήτων τους, στην ευόδωση των επιχειρηματικών τους δυνατοτήτων.

Είναι λυπηρό να διαπιστώνει κανείς πόσες ευκαιρίες χάνει η χώρα απλά και μόνο για να διατηρεί μια ολιγοπρόσωπη ομάδα πολιτικών, επιχειρηματιών, στελεχών του δημόσιου τομέα και συνδικαλιστών τα προνόμιά της. Δεν χρειάζεται καλύτερη απόδειξη για το πόσο ψευδεπίγραφος αποκαλύφθηκε τελικώς πως ήταν ο «κατά Σημίτη εκσυγχρονισμός». Η απελευθέρωση των αγορών, η πώληση μετοχών των δημοσίων επιχειρήσεων, η διαχείριση των αναπτυξιακών κονδυλίων, ακόμη και η διοργάνωση της Ολυμπιάδας, περνούν από τα χέρια της ίδιας μικρής κάστας που αξιοποιεί τα προνόμια του σημερινού καθεστώτος.

Ολα τα παραπάνω, μαζί και η καθημερινή εμπειρία του απλού πολίτη, που στριμώχνεται στις ουρές του ΙΚΑ, που κοπιάζει διπλά και τριπλά για τη μόρφωση και την απόλαυση στοιχειωδών, για τους Ευρωπαίους πολίτες, δικαιωμάτων, αναδεικνύουν γιατί ορθώς ομιλούμε περί «καθεστώτος». Αν δεν το γκρεμίσει ο νικητής της κάλπης της 7ης Μαρτίου, δεν θα έχει καμία ευκαιρία να κυβερνά μια χώρα αισιόδοξη για το άμεσο μέλλον της.