ΑΠΟΨΕΙΣ

H αποκατάσταση της εμπιστοσύνης

E να σοβαρό πρόβλημα που ταλανίζει όλες τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι η διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων, η αυξανόμενη απόσταση που χωρίζει αυτούς που κερδίζουν πολλά από αυτούς που κατέχουν λίγα ή τίποτα.

Αυτή η ανισότητα δεν γίνεται απειλητική για την κοινωνική συνοχή μόνον σε περιόδους μεγάλης ανάπτυξης και σε καταστάσεις σχετικής αφθονίας, όταν δηλαδή η ευημερία διαχέεται και στα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα και εγγυάται σε όλους μιαν αξιοπρεπή διαβίωση. Αλλά σε καιρούς κρίσης, όπως είναι οι καιροί που ζούμε, όταν δηλαδή υπάρχει υψηλή ανεργία και επικρατεί ένα αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον, αυτές οι ανισότητες στην κατανομή του πλούτου -που αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της οικονομίας της αγοράς- προκαλούν αγανάκτηση, δίκαιες διαμαρτυρίες, ακόμη και μια τάση συνολικής απόρριψης του συστήματος, που κατηγορείται ότι γεννάει διακρίσεις και αποκλεισμούς και ότι δημιουργεί απαράδεκτα προνόμια.

Το πρόβλημα των ανισοτήτων είναι ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, γιατί κάθε απόπειρα για τη λύση του παραπέμπει στις άλυτες αντιφάσεις ανάμεσα σε δύο ευγενικά ιδεώδη, που θεμελιώνουν όλες τις σύγχρονες δημοκρατίες: τα ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας. H απόπειρα ορισμένων τάσεων της Αριστεράς να περιορίσουν ή να καταργήσουν την ελευθερία για να πετύχουν την ισότητα είχε πολύ σκληρό τίμημα σε ανθρώπινες θυσίες και γέννησε μόνο μιαν απατηλή ισότητα μέσα στη γενική στέρηση (όπως πιστοποιεί η δραματική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού»). H ανικανότητα των διαφόρων σοσιαλιστικών συστημάτων και των «σχεδιασμένων» οικονομιών να παράγουν πλούτο και καινοτομίες καταδίκασε ολόκληρες κοινωνίες στην οικονομική καθυστέρηση και στην ένδεια, ενώ παράλληλα η κοινωνική αδικία διατηρήθηκε αλλάζοντας απλώς μορφή (τα προνόμια της νομενκλατούρας).

Η απάντηση που έδιναν οι δυτικές δημοκρατίες στο πρόβλημα των ανισοτήτων (είτε κυβερνώνταν από σοσιαλδημοκρατικά είτε από κεντρώα και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα) ήταν η αναδιανομή του πλούτου στο όνομα της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης. Με τη φορολογία ή με κοινωνικά προγράμματα το κράτος συνεχίζει να παρεμβαίνει για να μεταφέρει πόρους και να παρέχει υπηρεσίες προς όφελος των αδύναμων τομέων της κοινωνίας. Στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, αυτή η παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνον στον βαθμό που δεν θα παραλύει και δεν θα αποθαρρύνει τους παραγωγούς του πλούτου, στον βαθμό δηλαδή που δεν θα πνίγει την επιχειρηματική πρωτοβουλία, τη θέληση για επενδύσεις και για τεχνολογικές καινοτομίες. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να μην παράγεται επαρκής πλούτος για να αναδιανεμηθεί και να οδηγηθεί μια χώρα στην οικονομική ύφεση και την παρακμή (επομένως και στην αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας) στο όνομα της κοινωνικής αλληλεγγύης!

Ο μηχανισμός της αναδιανομής και η άσκηση κοινωνικής πολιτικής πρέπει να εγγυώνται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος εκείνο το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, χωρίς το οποίο ποδοπατιέται η ίδια η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλά δεν πρέπει να καταστρατηγούν το όριο που επιτρέπει να διατηρείται ζωντανό το επιχειρηματικό πνεύμα, η θέληση για επενδύσεις, η οικονομική παραγωγικότητα και δημιουργικότητα, που είναι οι αναγκαίες πηγές της προόδου και της ευημερίας και που απειλούνται με διάβρωση και εξάντληση από την υπερβολική ή άστοχα προσανατολισμένη κρατική παρέμβαση. Οταν η κομματική – κρατική γραφειοκρατία, στο όνομα της αναδιανομής, θέλει να γίνει ο πρωταγωνιστής της οικονομικής ζωής και επιχειρεί να υποκαταστήσει τους παραγωγούς του πλούτου ή να συναλλαγεί ιδιοτελώς μαζί τους για να διαιωνίζει την παραμονή της στην εξουσία, τότε δεν έχουμε αναδιανεμητική δικαιοσύνη. Εχουμε αντίθετα εμφάνιση νέων μορφών αδικίας και διακρίσεων, που νοθεύουν σοβαρά τους κανόνες τόσο του οικονομικού όσο και του πολιτικού παιχνιδιού. Αυτήν την εμπειρία της συναλλαγής και της διαπλοκής τη ζήσαμε έντονα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Για να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στις επιταγές της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, χρειάζεται η νέα κυβέρνηση να συνδυάζει διαφάνεια, εντιμότητα, υπευθυνότητα και δημιουργική φαντασία. Ολοι οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν ελεύθερη πρόσβαση στο παιχνίδι της αγοράς, έτσι ώστε η κοινωνία στο σύνολό της να συμμερίζεται τη βεβαιότητα ότι η οικονομική επιτυχία ενός ατόμου ή μιας επιχείρησης εξαρτάται πάντα και αποκλειστικά από το ταλέντο και τις προσπάθειές του. Οτι αυτή η επιτυχία κατορθώθηκε χωρίς τη νόθευση των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού και ότι δεν είναι το προνόμιο μιας κρυφής συναλλαγής με την πολιτική εξουσία. H ανοικτή ευκαιρία σε όλους για να ανέβουν στην κλίμακα της οικονομικής απόδοσης και της επιτυχίας ανάλογα με την εργατικότητα και τη δημιουργικότητά τους αποτελεί όχι μόνο την κινητήρια δύναμη της διαρκούς ανανέωσης μιας κοινωνίας, αλλά και το θεμέλιο της δικαιοσύνης σε μια δημοκρατία. Αν αυτή η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται ή καταπνίγεται από αθέμιτες συμμαχίες μεταξύ οικονομικών και πολιτικών ελίτ, που ανταλλάσσουν ποικιλόμορφη στήριξη με ευνοϊκές κυβερνητικές ρυθμίσεις και προνόμια, αν ο ελεύθερος ανταγωνισμός νοθεύεται από μια κομματικά ελεγχόμενη ευνοιοκρατία, τότε η δημοκρατία αρχίζει να εκφυλίζεται, ενώ η συναλλαγή και η διαφθορά διαβρώνουν την εμπιστοσύνη του πολίτη στην πολιτική και στους πολιτικούς. H αποκατάσταση αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης, που έχει διαρραγεί τα τελευταία χρόνια, είναι ένα από τα πρώτα καθήκοντα της αυριανής κυβέρνησης.

(1) O κ. Αθανάσιος Κουλουμπής είναι πολιτικός μηχανικός, ειδικός σύμβουλος τομέα ΠΕΧΩΔΕ N. Δημοκρατίας.