ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς εκφράζεται η «βάση»

H «άμεση εκλογή από τη βάση», όπως άλλωστε η γενικότερη ρητορική του κ. Γ. Παπανδρέου περί συμμετοχικής δημοκρατίας είναι προφανές ότι αποτελούν επιλογές που υπηρετούν προεκλογικές ανάγκες του ΠΑΣΟΚ και του νέου προέδρου του: ανάγκες, όπως η αφύπνιση των μελών του κόμματος, η συσπείρωση των πιστών ψηφοφόρων του και η προβολή ενός ανανεωτικού πνεύματος ικανού να παρασύρει και άλλους εκλογείς, αλλά και να παράσχει μια εντύπωση νέας στροφής με χρονική εμβέλεια και πέρα από τις εκλογές.

Η πρόδηλη προεκλογική λειτουργία τους δεν σημαίνει, όμως, ότι οι οι συγκεκριμένες κινήσεις είναι ασύνδετες με το πρόσωπο του νέου ηγέτη, ούτε ότι δεν θα επηρεάσουν καθόλου τα πολιτικά πράγματα. Με άλλα λόγια, ό,τι εμφανίζεται να ευαγγελίζεται ο Γιώργος Παπανδρέου δεν αποτελεί προϊόν των αναμφισβήτητων «τεχνοκρατικών» εισηγήσεων των επικοινωνιολόγων του κόμματος, που οιοσδήποτε νέος ηγέτης του θα ακολουθούσε, αλλά έκφραση μιας ιδιαίτερης νοοτροπίας.

Οι επιμέρους πρωτοβουλίες, με τις οποίες εκδηλώνεται η νοοτροπία αυτή, αφήνουν ένα αποτύπωμα, τουλάχιστον με την έννοια ότι το ΠΑΣΟΚ θα είναι δύσκολο να επιστρέψει σε μία «κλειστή» ψηφοφορία εκλογής αρχηγού, ώστε, αν σε κάποια από τις επόμενες φορές δεν επιτύχει να αναδείξει ένα μοναδικό και αδιαφιλονίκητο υποψήφιο, θα αντιμετωπίσει κάποια… ζητήματα. Ομοίως, αν η ρητορική περί συμμετοχικής δημοκρατίας (που δεν αποτελεί έμπνευση του κ. Παπανδρέου, ούτε ελληνική πρωτοτυπία στην πολιτική σκέψη) ασκήσει κάποια πίεση μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το κράτος, ενίσχυσης μη κυβερνητικών οργανώσεων ή αυτονόμησης των συνδικάτων από τα κόμματα, το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι απολύτως αναστρέψιμο.

Από τα παραπάνω δεν προκύπτει ούτε ψόγος, ούτε έπαινος για όλα αυτά τα «νέα βήματα». Οχι για άλλο λόγο, παρά μόνον επειδή η διαθέσιμη εμπειρία και ο σχετικός προβληματισμός δεν αρκούν να δείξουν σε ποια κατεύθυνση οδηγούν τέτοια μέτρα. Από τη μία πλευρά μπορεί να πει κανείς ότι το κράτος, συγκεντρωτικό και δαιδαλώδες, διαθέτει πάντως μία τυπική λαϊκή νομιμοποίηση, ενώ μορφώματα όπως οι «μη κυβερνητικές οργανώσεις» ή η έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» παραμένουν αόριστα και ενδεχομένως ελλειμματικά από άποψη νομιμοποίησης. Από την άλλη μπορεί κανείς να αντείπει ότι, ακριβώς επειδή το κράτος είναι συγκεντρωτικό και δαιδαλώδες, η λαϊκή του νομιμοποίηση εκφυλίζεται συνήθως σε αποκλειστικά τυπική, η δε ουσιαστική έκφραση των πολιτών πρέπει να αναζητήσει άλλες διεξόδους.

Αν απέναντι στο δίλημμα αυτό δικαιολογείται απολύτως ο προβληματισμός ως προς το τι κρύβουν και πού οδηγούν τα περί «συμμετοχής», δεν δικαιολογείται πάντως η άνευ ετέρου απαξίωσή τους απέναντι στα «δοκιμασμένα σχήματα». Οταν μιλάμε τόσα χρόνια για γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, παρακμή του κοινοβουλευτισμού, πελατειακές δομές και κόμματα – συνομαδώσεις με στόχο τη νομή της εξουσίας, είναι κάπως οξύμωρο να εμφανιζόμαστε σήμερα τόσο ανεπιφύλακτα υπέρμαχοι των «παλιών, καλών» μηχανισμών, μόνον επειδή η περί το νέο ρητορική είναι προεκλογική και προέρχεται από τον Γ. Παπανδρέου.

Ας μην ξεχνάμε ότι στην εκλογή της Κυριακής και τα ελλείμματά της αντιπαρατίθενται τα γνωστά ελλείμματα της «παραδοσιακής» ανάδειξης κομματικού αρχηγού – και το πώς εκεί νοθεύεται ή και παραμερίζεται το δημοκρατικό αίτημα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πρόσωπα και πράγματα, για να διαβλέψει ότι τα διαδοχικά «φίλτρα», μέσω των οποίων αναδεικνύονται και επιβάλλονται οι υποψήφιοι, ελάχιστη έκφραση της «βάσης» εγγυώνται. Ή μήπως π.χ. στο KKE η ηγεσία διεκδικεί εύσημα δημοκρατικής ανάδειξης;