ΑΠΟΨΕΙΣ

Παραλίες έχουμε…

Στην προεκλογική περίοδο που διανύουμε, έχει ήδη γίνει αρκετές φορές λόγος για την ανώτατη παιδεία και τη σχέση γνώσης και οικονομικής ανάπτυξης. Ας επανέλθουμε λοιπόν στο θέμα αυτό.

Στη μεταβιομηχανική εποχή, ο ανταγωνισμός μεταξύ των προηγμένων οικονομιών κρίνεται κυρίως από την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού. Με άλλα λόγια, κερδίζουν οι χώρες που έχουν επενδύσει αρκετά και σωστά στην παιδεία και στην επαγγελματική κατάρτιση των πολιτών τους. Με το άνοιγμα των αγορών, αρχικά στα βιομηχανικά προϊόντα και αργότερα, ολοένα και περισσότερο, στα προϊόντα της γης και στις υπηρεσίες, οι λιγότερο εξειδικευμένες δραστηριότητες μεταφέρονται στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου το κόστος της εργασίας είναι φτηνό. Το παράδειγμα της Κίνας, που εξελίσσεται ταχύτατα σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές δυνάμεις στον κόσμο, είναι σίγουρα το πλέον εντυπωσιακό. Οι χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο, άρα και υψηλό κόστος εργασίας, δεν έχουν καμιά ελπίδα να ανταγωνιστούν διεθνώς σε προϊόντα και υπηρεσίες που χαρακτηρίζονται από χαμηλή προστιθέμενη αξία και ανειδίκευτη εργασία.

Τα πανεπιστήμια είναι οι κατ’ εξοχήν χώροι παραγωγής γνώσης. Και εδώ, το ελληνικό κράτος έχει επιβάλει την ισοπεδωτική λογική και τα πελατειακά κριτήρια που κυριαρχούν και στα υπόλοιπα τμήματα του δημόσιου τομέα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. H χρηματοδότηση είναι ανεπαρκής, τα περιθώρια για πρωτοβουλίες ή και διαφοροποιήσεις πολύ στενά, ενώ τα κίνητρα και οι κανόνες για έναν υγιή ανταγωνισμό (ή άμιλλα, αν προτιμάμε) ουσιαστικά δεν υπάρχουν. H αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων παραμένει συνταγματική επιταγή κενή περιεχομένου.

Δεν είναι όμως μόνον θέμα κρατικής παρέμβασης στα πανεπιστήμια. H αξιολόγηση και η λογοδοσία θεωρούνται στοιχεία ξενόφερτα και ύποπτα από ένα μεγάλο τμήμα της πανεπιστημιακής κοινότητας. Σε μια χώρα με αδύναμους θεσμούς, με κανόνες που γράφονται και ξεγράφονται σε μια νύχτα, και όπου λίγοι εμπιστεύονται ελάχιστους, η αξιολόγηση του διδακτικού και επιστημονικού έργου δεν είναι σίγουρα εύκολη υπόθεση. Αλλά όταν συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των καθηγητών -και όχι μόνον- δηλώνουν την πλήρη αντίθεσή τους σε κάθε μορφής αξιολόγηση του έργου που παράγουν τα πανεπιστήμια και ο καθένας πανεπιστημιακός χωριστά (ίσως διότι ως λειτούργημα βρίσκεται υπεράνω ελέγχου!), τότε αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του προβλήματος που συνδέεται με βαθύτατα ριζωμένες νοοτροπίες.

Το σημερινό σύστημα παράγει μαζική παιδεία χαμηλής συνήθως ποιότητας. Παράγει επίσης και ένα πολύ σημαντικό ποσοστό ανέργων (από τα υψηλότερα στην Ευρώπη), προφανώς διότι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικονομίας. Και δημιουργούμε συνεχώς καινούργια τμήματα, σπαρμένα σε όλη την επικράτεια, πολλά από τα οποία προορίζονται να παράγουν ανέργους (και μάλλον αμόρφωτους) πτυχιούχους, ενώ τα περιθώρια για τη δημιουργία των λεγόμενων κέντρων αριστείας, στα οποία λογικά θα έπρεπε να επενδύει η χώρα μας, είναι εξαιρετικά στενά, αν όχι ανύπαρκτα. Επιστήμονες υπάρχουν για να τα στελεχώσουν, οι θεσμικές προϋποθέσεις όμως λείπουν.

Η γνώση δεν έχει σύνορα. H διεθνής κινητικότητα σπουδαστών και επιστημόνων επιταχύνεται συνεχώς. Και δυστυχώς, τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χάνουν το παιχνίδι από τα αμερικανικά, τα οποία καταφέρνουν να προσελκύσουν τα καλύτερα μυαλά με τα χρήματα που διαθέτουν, την ευελιξία που τους παρέχει το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται, καθώς και τη μακρά παράδοση αξιοκρατίας που έχουν καθιερώσει. Στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι Ευρωπαίοι επιστήμονες που φεύγουν για τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της Αμερικής δεν γυρίζουν πίσω, συμβάλλοντας και αυτοί στη διεύρυνση του τεχνολογικού (και οικονομικού) χάσματος ανάμεσα στην Αμερική και στην Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να παίρνουν μέτρα, βλέποντας τα πανεπιστήμιά τους να διολισθαίνουν στις διεθνείς κλίμακες αξιολόγησης. Μερικές, όπως η βρετανική και πιο πρόσφατα η γερμανική, μιλούν ήδη για ριζικές μεταρρυθμίσεις.

Εμείς, ειδικευόμαστε σε ιδεολογικά φορτισμένες συζητήσεις που συνήθως μικρή μόνο σχέση έχουν με συγκεκριμένα προβλήματα και καταστάσεις. Κρατικά ή μη κρατικά πανεπιστήμια; Κρύβεται άραγε στο δίλημμα αυτό η ουσία του προβλήματος; Τα σύγχρονα πανεπιστήμια χρειάζονται χρήματα, αυτονομία και ευελιξία, αξιοκρατία και αξιολόγηση. Μπορεί να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις αυτές το ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με τους ανθρώπους που τα στελεχώνουν; Το σίγουρο είναι ότι μαζική και ποιοτική ανώτατη παιδεία δεν είναι σήμερα εφικτή μόνο με τα χρήματα των φορολογουμένων. Αν, όμως, είναι έτσι, προς ποιες άλλες κατευθύνσεις πρέπει να στραφούμε; Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν αποτελούν πανάκεια, πόσω μάλλον αυτά που μπορεί αύριο να ελέγχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ενα ήδη σημαντικότατο ποσοστό των Ελλήνων φοιτητών λειτουργούν εκτός του περιοριστικού θεσμικού πλαισίου που έχει θεσπίσει η πολιτεία. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται οι φοιτητές του εξωτερικού, που καλύπτουν μια τεράστια γκάμα από το Χάρβαρντ και την Οξφόρδη μέχρι την Πρίστινα και το Ιάσιο. Με αυτούς ασχολείται, μάλλον ανεπιτυχώς, το ΔΙΚΑΤΣΑ. Περιλαμβάνονται επίσης και όσοι -είναι πλέον πολλοί- αγοράζουν γνώση, ή απλώς πτυχίο, από τα λεγόμενα εργαστήρια ελευθέρων σπουδών, άλλα αξιοπρεπή και άλλα έως χείριστα, τα οποία δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο ως προς την ποιότητα του προϊόντος που παρέχουν ούτε και αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος. Πιθανότατα, η αναγνώριση είναι μόνον θέμα χρόνου λόγω του κοινωνικού προβλήματος που δημιουργείται αλλά και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Αλλά με την εποπτεία, τι θα γίνει; Οι εξελίξεις, προφανώς, μας ξεπερνούν.

Στο μεγάλο θέμα της ανώτατης παιδείας, όπου κρίνεται και το μέλλον της χώρας, βραδυπορούμε επικίνδυνα. Εκτός πλέον και αν έχουμε συμβιβασθεί με ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα βασίζεται κυρίως στην παροχή φτηνών τουριστικών υπηρεσιών, με ό,τι άλλο αυτό συνεπάγεται. Παραλίες έχουμε, αλλά στα βαθιά δεν μάθαμε ακόμη να κολυμπάμε.

(1) O κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).