ΑΠΟΨΕΙΣ

Αρχή θλιβερής ήττας

O συμβιβασμός που επετεύχθη στη Νέα Υόρκη την Παρασκευή συνιστά σαφή υποχώρηση της ελληνικής πλευράς, που δελεασθείσα από ασαφή αναφορά στην Ευρωπαϊκή Ενωση, απεδέχθη συμμετοχή της με την Τουρκία στις διαπραγματεύσεις, και τελικώς εκχώρησε στον γενικό γραμματέα κ. Κόφι Ανάν το δικαίωμα να καλύψει τα «κενά» της συμφωνίας για λύση του κυπριακού προβλήματος.

Η ελληνική πλευρά αναζητούσε πρόσχημα προκειμένου να αποδεχθεί τη διαδικασία που πρότεινε ο κ. Ανάν, διότι δεν τολμούσε έστω και μία φορά να εμφανισθεί ότι αρνείτο τις προτεινόμενες ρυθμίσεις όπως επί τριάντα χρόνια έπραττε επιτυχώς η Αγκυρα. Ετσι λοιπόν έσπευσε να εκφράσει την ικανοποίησή της για μια αναφορά της δηλώσεως του κ. Ανάν, στην οποία επισημαίνεται ότι ο γενικός γραμματεύς χαιρετίζει «την προσφορά τεχνικής βοηθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Βεβαίως, το γεγονός ότι η συμβατότητα της λύσεως με το κοινοτικό κεκτημένο και τα ισχύοντα στην E.E. είναι θέμα ουσίας και όχι «τεχνικής βοηθείας» δεν απασχόλησε τους κ. Σημίτη και Παπανδρέου.

Το πλέον δυσάρεστο είναι ότι, ενώ η αναφορά στην E.E. εξυπηρετεί προσχηματικές ανάγκες, το γεγονός ότι ο κ. Ανάν περιέλαβε την τουρκική πρόταση για τη σύγκλιση τετραμερούς διασκέψεως, με τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, της Ελλάδος και της Τουρκίας, είναι ουσιαστικότατης σημασίας.

Από το 1974, έτος της τουρκικής εισβολής, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις είχαν χαρακτηρίσει το Κυπριακό θέμα διεθνές, σε σημείο που ο Ανδρέας Παπανδρέου κατά την πρώτη ιστορική συνάντησή του με τον τότε πρωθυπουργό Τουρκούτ Οζάλ, το 1988, λησμόνησε να το συνδέσει με τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Παρά ταύτα, το απόγευμα της Παρασκευής η Ελλάς απεδέχθη την πρόταση της τετραμερούς, που θα αναλάβει το κύριο βάρος της συμφωνίας, αφού είναι εντελώς απίθανο να καταλήξουν σε συμφωνία οι δύο κοινότητες στην Κύπρο, δεδομένου ότι η τουρκική πλευρά εμμένει μεταξύ άλλων και στην αναγνώριση δύο «κρατικών» οντοτήτων στη νήσο.

Η διαφορά σήμερα πλέον εν σχέσει με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν είναι ότι η Ελλάς δεν θα μπορεί να ισχυρίζεται πως η Κύρπος αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται, αλλά θα πρέπει να διαπραγματευθεί υπό αφόρητη πίεση ουσιαστικότατα ζητήματα. Εάν μάλιστα -όπως αναμένεται- δεν υπάρξει και πάλι συμφωνία στη βάση της τετραμερούς, τότε τα κενά θα συμπληρωθούν από τον κ. Ανάν, ευτελίζοντας κάθε αντίληψη κρατικής οντότητος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το πλέον απαράδεκτο από εσωτερική πολιτική άποψη είναι ότι η συμφωνία για την αποδοχή της ρυθμίσεως του κ. Ανάν έγινε από τον κ. Παπαδόπουλο με την πίεση του κ. Σημίτη και τελικώς στην τετραμερή διάσκεψη η Ελλάς θα εκπροσωπηθεί κατά πάσα βεβαιότητα από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Πολιτική ευπρέπεια επέβαλε στους κ. Σημίτη και Παπανδρέου να ζητήσουν αναβολή της διαδικασίας έως ότου αναδειχθεί νέα κυβέρνηση από τις εκλογές, που προκηρύχθηκαν προώρως με πρόσχημα τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Δεν το έπραξαν διότι πιθανότατα είχαν αναλάβει δέσμευση να συνεργασθούν μέχρις εσχάτων.

Είναι άξιον απορίας ότι η ελληνική πλευρά υποχώρησε στη Νέα Υόρκη, ενώ είχε το πλεονέκτημα της βεβαίας εντάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας την 1η Μαΐου, και με τον τρόπο αυτόν ακύρωσε μία συνολική προσπάθεια ετών, που υποτίθεται ότι αποσυνέδεε τη λύση του πολιτικού προβλήματος της νήσου από την ένταξη και στην ουσία χρησιμοποιείται για την προώθηση λύσεως ασύμβατης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, με το κοινοτικό κεκτημένο.