ΑΠΟΨΕΙΣ

Τηλεοπτική δημοκρατία

Αν η χθεσινή, πολυσυζητημένη τηλεοπτική «αναμέτρηση» των κομματικών αρχηγών είχε, όπως ήταν φυσικό, τους νικητές και τους ηττημένους της, αν συνέβαλε -περισσότερο ή λιγότερο- στην προσπάθεια των ψηφοφόρων να σχηματίσουν εντύπωση για τους πολιτικούς ηγέτες της χώρας, τούτο δεν αναιρεί το μόνο βέβαιο: ότι οι τηλεοπτικές συζητήσεις και μονομαχίες, ως αποβλέπουσες στην εντύπωση, αποδεικνύονται ανεπαρκές βοήθημα για όποιον επιθυμεί ανάλυση προγραμμάτων, αποχωρισμό της ουσίας από τη συνθηματολογία, στάθμιση του εφικτού των πανταχόθεν υποσχέσεων. Ακόμη και αν η «τηλεοπτική δημοκρατία» είναι σήμερα η αναπόφευκτη άλλη όψη της μαζικο-δημοκρατικής φύσης του πολιτικού συστήματος, σίγουρα δεν είναι εκείνη, στην οποία οι ψηφοφόροι δήθεν ενημερώνονται και κρίνουν πληρέστερα, όπως είχαμε ελπίσει ότι θα συνέβαινε.

Το έλλειμμα ουσίας συνάπτεται, ενδεχομένως, σε μεγάλο βαθμό με την ίδια τη φύση του τηλεοπτικού μέσου. Στη χώρα μας, όμως, είναι βέβαιον ότι συνδέεται στενά και με το καθεστώς λειτουργίας της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, «κακομαθημένης» μέσα σε περιβάλλον ημι-ανομίας και παρατεινόμενης εκκρεμότητας, στο οποίο γαλουχήθηκε και γιγαντώθηκε. Με συχνότητες που σε άλλες περιπτώσεις απονεμήθηκαν προσωρινά και σε άλλες απλώς… κατελήφθησαν, με ιδιοκτησιακή ολιγοπωλιακή συγκέντρωση και πυκνή διασύνδεση με άλλες επιχειρηματικές δράσεις, με πολιτική επιρροή ικανή να αναδεικνύει ή να καταποντίζει (διά της σιωπής ή της καταγγελίας), τα ελληνικά ιδιωτικά δίκτυα αποτελούν όλως ακατάλληλο πλαίσιο για τη νηφάλια ανάδειξη πολιτικών προγραμμάτων και διαφορών. Και το δείχνουν είτε με τη δυσφορία τους απέναντι στις απόπειρες στοιχειώδους ελέγχου, όπως αυτός που επιχειρείται από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο αποτέλεσε στόχο της προ τριημέρου διακαναλικής εκπομπής… «αντίστασης», είτε με την -από άκομψη έως αστεία- διαμάχη των «αστέρων» τους για το πόσο προβεβλημένη θέση θα αναλάμβανε έκαστος έναντι των πολιτικών αρχηγών.

Η συνήθης απάντηση, όποτε επισημαίνονται τα αρνητικά αυτά στοιχεία, αναζητείται στον πλουραλισμό. O πολίτης, λέγεται, έχει νου να κρίνει και να διακρίνει, η δε τηλεόραση, με τα όποια ελαττώματά της, εξακολουθεί να του παρέχει με ζωντάνια και αμεσότητα το «υλικό» από το οποίο θα συναγάγει τα συμπεράσματά του. H απάντηση αυτή αποδεικνύεται, δυστυχώς, επιδερμική, αν αναλογισθεί κανείς τι περιθώρια ανάδειξης έχει μια νέα πολιτική ιδέα, ένας νέος πολιτικός σχηματισμός, πολλώ μάλλον ένα κόμμα που θα βρει την τόλμη να πει στον πολίτη πράγματα ουσιώδη και δυσάρεστα ή θα επιχειρήσει να αποκαλύψει τα συμφέροντα πίσω από τα κανάλια. Στην ελληνική «τηλεοπτική δημοκρατία» τέτοιες φωνές δεν έχουν ελπίδα ανάδειξης ή επιβίωσης. Ισως η δημοκρατία να μην μπορεί ποτέ να είναι «τηλεοπτική». Ισως. Το βέβαιον είναι ότι, όταν γίνεται τηλεοπτική με τον ελληνικό τρόπο των τελευταίων ετών, χάνει σε δημοκρατικότητα…