ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα Αρχαία σαν γιατρικό

Υπάρχουν άραγε έρευνες και στατιστικές που να επιβεβαιώνουν πως όσοι διδάχτηκαν περισσότερες ώρες Αρχαία Ελληνικά, χρησιμοποιούν περισσότερες λέξεις στον προφορικό ή τον γραπτό λόγο τους και μιλούν «αρτιότερα»; Υπάρχουν άλλες μελέτες που να δείχνουν ότι τα παιδιά πάσχουν πράγματι από λεξιπενία; Για να μάθουμε αν πάσχουμε από σιδηροπενία, απευθυνόμαστε στους γιατρούς? το ότι όλοι έχουμε αίμα δεν σημαίνει ότι είμαστε όλοι αιματολόγοι. Για να μάθουμε αν όντως «οι νέοι πάσχουν απο λεξιπενία», όπως διατείνεται και η υπουργός Παιδείας, φρόνιμο είναι να λάβουμε υπόψη μας τη γνώμη των γλωσσολόγων? το ότι όλοι μιλάμε, δεν σημαίνει ότι γινόμαστε αυτόματα γλωσσολόγοι. Οι μελετητές της γλώσσας, λοιπόν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, κάθε άλλο παρά συμφωνούν με τις πένθιμες διακηρύξεις ότι οι νέοι πάσχουν από λεξιπενία και ότι η ελληνική γλώσσα πεθαίνει.

Ενα άλλο στοιχείο που πρέπει να συνυπολογιστεί είναι ένα «μάθημα» των τελευταίων ετών: Αρκετά ξενάκια μαθαίνουν τα αρχαία ευκολότερα απ’ ό,τι τα δικά μας παιδιά, ίσως επειδή τα προσεγγίζουν εξαρχής σαν ξένη γλώσσα. Αντίθετα, τα Ελληνόπουλα παγιδεύονται από την πατροπαράδοτη (και τόσο δημαγωγική) πεποίθηση πως θα μάθουν γρήγορα κι άκοπα τον Ομηρο ή τον Πλάτωνα χάρη στα «γλωσσικά γονίδια» ή στην ομοιότητα Αρχαίων και Νέων. Μόνο που η ομοιότητα σε τμήμα του λεξιλογίου δεν αρκεί για να κατακτηθούν ευκολότερα τα Αρχαία, κι όχι μόνο επειδή πολλές λέξεις χρησιμοποιούνται πια με εντελώς διαφορετική σημασία. Μόλις λοιπόν τα παιδιά πέσουν σε δυσκολίες, απογοητεύονται, για να φτάσουν ενίοτε ώς την αποστροφή.

Το να αρνηθούμε, από νεωτεριστική σπουδή ή ό,τι άλλο, τη διδασκαλία των Αρχαίων και τον πλούτο που αποκαλύπτει, θα ήταν ανόητο. Λάθος όμως είναι και το να τη χρησιμοποιούμε σαν γιατρικό για τη θεραπεία μιας μάλλον κατά φαντασίαν ασθένειας? με μια τέτοια «φαρμακολογική» στάση δεν αντιμετωπίζουμε ως αυταξία την αρχαία γραμματεία, δεν τιμούμε το βαθύ και ποικίλο νόημά της αλλά τον τύπο. Ακόμα πάντως κι αν αποδεχτούμε πως υπάρχει λεξιπενία, δεν ευθύνονται τα «λίγα Αρχαία». Τόσοι και τόσοι δημόσιοι ρήτορες, που σίγουρα διδάχτηκαν «πολλά Αρχαία», δεν φαίνεται να απέκτησαν αντισώματα απέναντι στους πάσης φύσεως σολοικισμούς. Κι ύστερα, τη γλώσσα δεν τη μαθαίνουν οι άνθρωποι μόνο στο σχολείο. Τη μαθαίνουν διαβάζοντας «εξωσχολικά» (αν το σχολείο δεν πείθει το μαθητή για την απόλαυση της ανάγνωσης, ιδού η αποτυχία του) και, κυρίως, συνομιλώντας. Αν η συνομιλία, η επικοινωνία, έχει υποκατασταθεί από την παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων, και μάλιστα των ευτελέστερων, δεν φταίνε οι αρχαίοι.

Παρεμπιπτόντως: Αφού τόσος ο καημός για την Ελληνική, γιατί οδηγείται στο κλείσιμο το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας;