ΑΠΟΨΕΙΣ

Νομιμότητα και ουσία

Οταν η κυβέρνηση είχε γνωστοποιήσει την πρόθεση να εισαχθούν αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος στο ποδοσφαιρικό «Στοίχημα» του ΟΠΑΠ, στον Τύπο (και στην «K») είχε επισημανθεί το άτοπο. Το «Στοίχημα» οργανώνεται από την εταιρεία «Ιντραλότ», που ανήκει στον κ. Σ. Κόκκαλη, επιχειρηματία που είναι και πρόεδρος του Ολυμπιακού, μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες -και ποδοσφαιρικές εταιρείες- της χώρας. Θα αποτελούσε διεθνή πρωτοτυπία να είναι ο ίδιος επιχειρηματίας διοργανωτής του «Στοιχήματος» και πρόεδρος ομάδας. Το ασυμβίβαστο είναι καθαρό και το ανανεωμένο «Στοίχημα» θα ξεκινούσε μέσα σε αχλύ υποψιών και φόβους αδιαφάνειας.

Η κυβέρνηση αποδέχθηκε τότε την επισήμανση, την οποία είχε άλλωστε υιοθετήσει παλαιότερα και η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση. Προ της ανάγκης να ενισχυθούν τα έσοδα του ΟΠΑΠ, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι υπαινίχθηκαν ότι οι ελληνικοί αγώνες θα εισάγονταν στο «Στοίχημα» σταδιακά και υπό περιορισμούς, μέχρι να λήξει η υπάρχουσα σύμβαση ΟΠΑΠ – Ιντραλότ στα τέλη του 2006. Το επιχείρημα έγινε στη φάση εκείνη αποδεκτό εν αναμονή εξέλιξης της υπόθεσης.

Σήμερα όλα δείχνουν ότι η σταδιακή εισαγωγή των αγώνων στο «Στοίχημα» εγκαταλείπεται. Οι ομάδες φαίνεται ότι θα εισαχθούν όλες. Οσο για τις επιφυλάξεις περί τη διττή ιδιότητα του συγκεκριμένου επιχειρηματία, αυτές θα αντιμετωπισθούν, λέγεται, σε νομικό επίπεδο. Οι πληροφορίες, ανεπίσημες είναι αλήθεια, επιμένουν ότι οι νομικοί σκέπτονται να αποχωρήσει ο επιχειρηματίας από εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ. της Ιντραλότ, ώστε να αρθεί το νομικό κώλυμα και να δοθεί νομότυπη λύση στο πρόβλημα.

Η «K», όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες της, επισημαίνει με συχνότητα σχεδόν… κουραστική ότι η χώρα βρίσκεται σε τέτοια αταξία, ώστε η εφαρμογή των νόμων είναι αίτημα μείζον και ανάγκη επιτακτική. Από αυτήν την άποψη, οποιαδήποτε νομότυπη λύση έχει κάποια αξία. Στο συγκεκριμένο, όμως, ζήτημα η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί ότι, πέραν του νομοτυπικού σκέλους, είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει την ουσία του προβλήματος: την πολιτική και ηθική του διάσταση. Αν υιοθετηθεί μία λύση που δεν θα αντιμετωπίζει τον πυρήνα του κραυγαλέου ασυμβιβάστου, τότε ούτε θα διασφαλισθεί η διαφάνεια, ούτε θα αποτραπεί η βαθιά καχυποψία των πολιτών για την αξιοπιστία του «Στοιχήματος».

Τόσο στο επίπεδο του πολιτικού σχεδιασμού, όσο και σε εκείνο των νομοτεχνικών επιλογών η κυβέρνηση καλείται, λοιπόν, να προσδιορίσει και να θωρακίσει το ασυμβίβαστο κατά τρόπο ουσιώδη.