ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρωτουρκική αμηχανία

H συζήτηση στο άτυπο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της E.E. την Τετάρτη για τα προβλήματα που δημιούργησε η δήλωση της Τουρκίας ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία κινήθηκε σε θετική κατεύθυνση κατά την εκτίμηση των Αθηνών και της Λευκωσίας, που ευελπιστούν ότι θα επιτύχουν κάποιες βελτιώσεις επί της προτάσεως της βρετανικής προεδρίας, στο Συμβούλιο των Μονίμων Αντιπροσώπων της Κοινότητος στις 7 Σεπτεμβρίου.

Επί της ουσίας το κείμενο κοινής θέσεως, που διαμόρφωσε η βρετανική προεδρία -το οποίο εξακολουθεί να τελεί διαδικαστικώς υπό αίρεση έως ότου υπάρξει πλήρης συμφωνία- αναφέρεται στα αυτονόητα. Δηλαδή στην υποχρέωση της Τουρκίας όχι απλώς να υπογράψει, αλλά και να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο επεκτάσεως της Τελωνειακής Συμφωνίας προς τα δέκα νέα μέλη της E.E. -συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας- και να άρει τους περιορισμούς στην ελευθέρα διακίνηση των προϊόντων και στην πρόσβαση των μέσων συγκοινωνίας, πλοίων και αεροπλάνων, στην τουρκική επικράτεια.

Είναι ενδιαφέρον ασφαλώς το γεγονός ότι η Αγκυρα στην προσπάθειά της να επιβεβαιώσει την ιδιαιτερότητά της και να εισάγει διακρίσεις εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατάφερε να διαμορφώσει τάση κοινής θέσεως της E.E., που απαιτεί εφαρμογή -και όχι απλώς υπογραφή- του Πρωτοκόλλου.

Επισημαίνεται παρεμπιπτόντως ότι όταν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Τάσσος Παπαδόπουλος αποπειράθηκε στη διάρκεια του Συμβουλίου Κορυφής της 17ης Δεκεμβρίου να θέσει το θέμα εφαρμογής του Πρωτοκόλλου, ο πρόεδρος της Γαλλίας κ. Ζακ Σιράκ εξεδήλωσε ιδιαιτέρως αρνητική διάθεση. Την εποχή όμως εκείνη δεν είχε εκδηλωθεί η διάσταση μεταξύ Παρισίων και Λονδίνου, ούτε βεβαίως η απόρριψη του ευρωπαϊκού Συντάγματος από τους πολίτες της Γαλλίας.

Θέμα αναγνωρίσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Αγκυρα πριν από την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την E.E., που έχει ορισθεί για την 3η Δεκεμβρίου δεν ετέθη, διότι απλούστατα ουδείς ενδιαφέρθηκε γι’ αυτόν τον μείζονα παραλογισμό στη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου.

Οι σχετικές αναφορές στην πρόταση κοινής θέσεως της E.E. που προωθεί η Βρετανία έχουν χαρακτήρα της προτροπής προς την Αγκυρα και καμία χώρα της E.E. δεν έθεσε το θέμα στη βάση του επείγοντος στο άτυπο Συμβούλιο του Νιούπορτ. Δηλώσεις εκτός της αιθούσης του Συμβουλίου, όπως του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών κ. Φιλίπ Ντουστ-Μπλαζί μετά τη συνάντησή του με τον Τούρκο ομόλογό του κ. Αμπντουλάχ Γκιούλ έχουν σημασία, αλλά οπωσδήποτε σχετική.

Παρά το γεγονός ότι το θέμα της αναιρέσεως της τουρκικής δηλώσεως ήταν υψίστης σημασίας για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το ουσιαστικότερο ερώτημα των ευρωτουρκικών σχέσεων ετέθη από την υπουργό Εξωτερικών της Αυστρίας, την κ. Ούρσουλα Πλάνσικ, η πρόταση της οποίας για μια προνομιακή σχέση της Τουρκίας -αντί της πλήρους εντάξεώς της στην E.E.- αγνοήθηκε από το Συμβούλιο.

Ωστόσο, η θέση της Αυστρίας, η οποία συμπίπτει πλήρως με την τοποθέτηση της ηγέτου των Χριστιανοδημοκρατών, της κ. Αγκελα Μέρκελ, είναι η μόνη λογική και εξυπηρετική των συμφερόντων της E.E., αλλά και της Τουρκίας και εγγυάται όντως τη σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο «εκδημοκρατισμός» της Τουρκίας κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι ανέφικτος δίχως να διακυβευθεί η σταθερότητα, αλλά και η ακεραιότητα αυτής της χώρας. Εκ παραλλήλου, ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι δεν είναι ούτε επιθυμητός ούτε χρήσιμος και ως εκ τούτου μια ειδική σχέση της E.E. με την χώρα αυτή είναι εξυπηρετική γενικότερων συμφερόντων.

Η υποστήριξη της ελληνικής κυβερνήσεως στην πλήρη ενσωμάτωση της Τουρκίας στην E.E. δεν είναι στρατηγικός στόχος αλλά τακτικισμός, που εκπηγάζει από την αδυναμία αντιμετωπίσεως του τουρκικού όγκου από την Ελλάδα. Εάν υπάρχει ένας στρατηγικός στόχος, για την Αθήνα, αυτός δεν μπορεί να άλλος παρά η απεμπλοκή της Λευκωσίας από την ομηρεία της Τουρκίας, κι αυτός σταδιακώς θα επιτευχθεί αφού η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη πλήρες μέλος της E.E. την 1η Μαΐου του 2004.