ΑΠΟΨΕΙΣ

O ελληνικός μύθος και άλλα παραμύθια

Οι ημέρες των διακοπών με οδήγησαν εφέτος σε τέσσερις γωνιές της πατρίδας. Τρία νησιά και μια στεριά. Εζησα το ελληνικό καλοκαίρι μαζί με χιλιάδες ξένους από όλο τον κόσμο, αυτούς που καλούσε η διαφημιστική μας καμπάνια να «ζήσουν τον μύθο τους» στην Ελλάδα.

Βρέθηκα σε τοπία έρημα και μοναδικά. Το αίφνης των εναλλαγών, τα νερά, το φως, οι οικισμοί, οι εκκλησιές, οι πέτρες και οι μυρωδιές προκαλούσαν το σώμα και το μυαλό να ζήσει «τώρα», όχι έναν, αλλά χίλιους μύθους. Σ’ αυτά τα μέρη, ορεινά και παραθαλάσσια, δεν υπήρξε κανείς να ζήσει τίποτα. Ή μάλλον, οι τυχεροί ήταν ελάχιστοι. Αυτή είναι η μια άκρη του ελληνικού εκκρεμούς. Από άποψη τουρισμού, βεβαίως, είναι εκτός καμπάνιας.

Βρέθηκα και σε πολύβουους προορισμούς, κουρασμένους και ασυνάρτητους. Σε παραλίες κατακτημένες από μαγαζιά που λαχανιασμένα έφτασαν μέχρι την ακροθαλασσιά για να σερβίρουν άθλιους εσπρέσο, μέτριες χωριάτικες, κακοτηγανισμένα λαχανικά και ψάρια. Με εκατοντάδες ομπρέλες και ξαπλώστρες να καταλαμβάνουν ολοσχερώς τις αμμουδιές. Βγαίνοντας από τη θάλασσα κοίταζα με θλίψη ξιπασμένες βίλες πάνω στις κορυφογραμμές ν’ αλλοιώνουν βάναυσα τη φυσική κληρονομιά ενός ευλογημένου τόπου.

Περπάτησα σε λιθόστρωτα όπου οι γόπες ήταν πιο πολλές από τις πλάκες, ενώ οι βοριάδες που τρύπωναν στα στενά μάζευαν τα υπολείμματα των συσκευασιών μιας χρήσης στις απάνεμες γωνιές. Εκανα βόλτα σε παλιές πόλεις, κακοποιημένες από ακαλαίσθητα μαγαζιά, φωτεινές επιγραφές, κυκλοφοριακό κομφούζιο. Δίπλα τους, οι «καινούργιες» πόλεις, εξαργυρώνουν τα κέρδη του καλοκαιριού με πληκτικές πολυκατοικίες, ελάχιστα πεζοδρόμια, χιλιάδες αυτοκίνητα.

Αυτή είναι η άλλη άκρη του εκκρεμούς. H Ελλάδα του εντατικού τουρισμού, αισθητικά προσβλητικού, θεσμικά ανεξέλεγκτου, που χωρίς σχέδιο, χωρίς μεράκι, χωρίς αγάπη και σεβασμό για τον τόπο, εξαργυρώνει κάτι για το οποίο δεν κόπιασε ποτέ: το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, που κακοποιεί διαρκώς και ασυνείδητα. Είναι δύσκολο να ζήσεις τον μύθο σου εδώ.

Ταξίδευα πριν από χρόνια με αυτοκίνητο στην Ευρώπη. Στα σύνορα της Ιταλίας με την Ελβετία σταμάτησα για έναν καφέ κι ένα σάντουιτς σ’ ένα μικρό χωριό. Το μαγαζί ήταν γεμάτο από ντόπιους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ούτε τον εξαιρετικό εσπρέσο που ήπια ούτε το σάντουιτς με τοπικό τυρί και αλλαντικά, αλλά κυρίως το καμάρι με το οποίο μου μιλούσε για τα προϊόντα του ο ιδιοκτήτης. Και είχε δίκιο. Με πίεσε πολύ να δοκιμάσω και το κόκκινο κρασί του. Του εξήγησα ότι είχα ταξίδι μπροστά μου, αλλά επέμεινε στο κέρασμά του. «Εστω μια γουλιά», μου είπε, δοκίμασα και θα θυμάμαι πάντα τη λάμψη στα μάτια του όταν του είπα ότι μου άρεσε πολύ. Ημουν ένας περαστικός ξένος, που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ, αλλά αυτός ο Ιταλός, που αγαπούσε τόσο πολύ το χωριό του, τη δουλειά του, την πατρίδα του, ήταν η καλύτερη διαφήμιση για τη χώρα του.

Αν ξαναγαπήσουμε την Ελλάδα, οι μύθοι θα ξαναγεννηθούν. Τα άλλα είναι παραμύθια.