ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεμοδεικτης

Σημειώναμε την περασμένη εβδομάδα («K» 7/9/05) από τούτη τη στήλη το περίεργο να προχωράει το υπουργείο Εσωτερικών στην αγορά 20 εκχιονιστικών οχημάτων, ύστερα από έναν… πολύπαθο διαγωνισμό που κράτησε σχεδόν δυο χρόνια, από προμηθευτή άλλον από τον μειοδότη του διαγωνισμού και, μάλιστα, σε τιμή υψηλότερη κατά 10.000 ευρώ ανά όχημα – δηλαδή ένα συνολικό επιπλέον κόστος 200.000 ευρώ. H ανάθεση της προμήθειας στον ακριβότερο προμηθευτή (που, ας σημειωθεί, προσφέρει ακριβότερα ένα όχημα που δεν έχει να επιδείξει ιστορικό διάθεσης και χρήσης ως εκχιονιστικό σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ το όχημα του μειοδότη χρησιμοποιείται κατά χιλιάδες όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και σε χώρες με εθνική παραγωγή οχημάτων, και δη με αψεγάδιαστη συμπεριφορά – «παράδοξο» που αναγνωρίζει και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών…) γίνεται επειδή ο συγκεκριμένος προμηθευτής προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το οποίο (ύστερα από σειρά αποφάσεων που δικαίωναν εναλλάξ τον ένα ή τον άλλο προμηθευτή…) έκρινε πως τελικώς δεν πρέπει να γίνει δεκτή η προσφορά του πραγματικού (κατά 10.000 ευρώ φθηνότερου…) μειοδότη.

Η τελική αυτή απόφαση του ΣτΕ, στηρίχθηκε σε μια τεχνική λεπτομέρεια στις προδιαγραφές, η οποία όμως εξετάσθηκε και κρίθηκε ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ από τις αρμόδιες τεχνικές επιτροπές του υπουργείου, οι οποίες και αποφάσισαν ότι αφ’ ενός είναι απολύτως επουσιώδης και αφ’ ετέρου καλύπτεται από δήλωση που συνάπτεται στην προσφορά του μειοδότη και το προσφερόμενο όχημα υπερκαλύπτει τις τεχνικές προδιαγραφές της προκήρυξης. Είχαμε διατυπώσει την απορία, αν ο αγοραστής δεν ήταν το Δημόσιο, αλλά ο οποιοσδήποτε ιδιώτης επιχειρηματίας, θα επέλεγε να προμηθευθεί ένα προϊόν κατά 10.000 ευρώ ακριβότερο, που μάλιστα δεν έχει να επιδείξει ιστορικό διάθεσης και χρήσης, ή το «φθηνότερο και καλύτερο» όπως ακόμη και απολύτως υπεύθυνα χείλη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραδέχονται;

Είχαμε, στο σημείωμα εκείνο, προτείνει το υπουργείο (με τις δεδομένες περί ποιότητος και τιμής απόψεις…) για να μη θεωρηθεί πως «αγνοεί» τις αποφάσεις του ΣτΕ (σ.σ.: κάτι, πάντως, που… κατά συρροή κάνει το Δημόσιο, σε πλήθος περιπτώσεων!) αλλά ταυτόχρονα και να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον και να μη σπαταληθούν 200.000 ευρώ «αχρεωστήτως», να επαναλάβει εξ αρχής τον διαγωνισμό, με δεδομένο μάλιστα πως… με τούτα και με εκείνα τη φετινή χειμερινή περίοδο, κατά την οποία θα εχρησιμοποιούντο τα εκχιονιστικά, τη χάσαμε…

Ο υφυπουργός Εσωτερικών κ. Νάκος είχε την ευαισθησία να επικοινωνήσει μαζί μας, την ίδια μέρα του σημειώματος. Και από τη μακρά συνομιλία που είχαμε, διαπιστώσαμε πως συμφωνούσε, επί της αρχής, με την επιχειρηματολογία μας. Πρόσθεσε, μάλιστα, πως είχε ήδη από καιρού υποβάλει ερώτημα προς τον νομικό σύμβουλο του υπουργείου αν νομίμως ενέκρινε την κατακύρωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, στην αμέσως επόμενη εταιρεία (σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ) με την υψηλότερη τιμή ανά όχημα ή αν η υψηλότερη αυτή τιμή καθιστά τη συγκεκριμένη προσφορά μη συμφέρουσα, γεγονός που συνεπάγεται ακύρωση του διαγωνισμού. Είχε, μάλιστα, την καλοσύνη να δεσμευθεί πώς θα μας ενημερώσει για την αναμενόμενη απάντηση του νομικού συμβούλου…

Οπως και έπραξε. Στις 9 Σεπτεμβρίου (από τις ημερομηνίες των εγγράφων προκύπτει πως το ερώτημα του κ. υφυπουργού είχε υποβληθεί στις 7 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του σημειώματός μας) ο νομικός σύμβουλος στην απάντησή του, αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και αφού σημειώνει πως η διοίκηση, όπως προβλέπει το ισχύον νομικό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, μπορεί να ματαιώσει ένα διαγωνισμό και να τον επαναλάβει με τροποποίηση ή μη των γενικών όρων και των τεχνικών προδιαγραφών, να τον ματαιώσει και να προσφύγει στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, να ματαιώσει την προμήθεια και να επαναλάβει τον διαγωνισμό (οπότε ο επαναλαμβανόμενος θεωρείται νέος), σε αυτήν όμως την περίπτωση το Δημόσιο πρέπει να αιτιολογήσει γιατί το αποτέλεσμα του ματαιωθέντος είναι ασύμφορο, καταλήγει ότι «δεν συγκροτεί αναγκαίως…» αιτιολογία ματαίωσης του διαγωνισμού η αξιολόγηση μόνο του στοιχείου της τιμής, πως «κατά τη γνώμη του» η διαφορά της τιμής κατά 9.400 ευρώ ανά όχημα δεν είναι ικανή να «επιστηρίξει αυτοτελώς αιτιολογία ασύμφορου», τη στιγμή μάλιστα που το συνολικό ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί στον μειοδότη (3.329.620 ευρώ) δεν υπερβαίνει την προϋπολογισθείσα (στη διακήρυξη του διαγωνισμού δαπάνη της προμήθειας, δηλαδή τα 3.820.000 ευρώ – άρα, «κατά τη γνώμη του» δεν συντρέχει βάσιμος λόγος για να κηρυχθεί ο διαγωνισμός ασύμφορος…

Μπλεγμένα όλα τούτα και επαρκώς… στα γρανάζια του τύπου. Είμαστε βέβαιοι, πως αν ερωτηθεί ο πολίτης, από όλα τούτα (και τις παραδοχές της διοίκησης…) τι συμπέρασμα βγάζει, θα απαντήσει απλά και λακωνικά, πως τελικά το Δημόσιο θα προμηθευθεί όχι «το καλύτερο» προϊόν και δη σε… ακριβότερη τιμή – αλλά… νομοτύπως και με τη «βούλα»! Γι’ αυτό και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών, λέει «δίκιο έχεις, αλλά τι να κάνω;».

Επιμένουμε: να γίνει εξ αρχής νέος διαγωνισμός – νομομαθείς δεν είμαστε, αλλά ξέρουμε πως η διοίκηση όταν πιστεύει ότι ενεργεί «για λόγους δημοσίου συμφέροντος», βρίσκει τρόπους να ελίσσεται στις νομικές διαδικασίες, όπως ξέρει και απροκάλυπτα να μην υπακούει σε δικαστικές αποφάσεις (σε περιπτώσεις αποζημιώσεων, αναδρομικών κ.λπ.). Το ‘πε, άλλωστε, και επισήμως και δημοσίως ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ: «Οι παρεμβάσεις της δικαιοσύνης (στους διαγωνισμούς για προμήθειες και δημόσια έργα) νομότυπες είναι, δεν λέω, αλλά το φαινόμενο των προσφυγών πολλές φορές παρατραβάει…»! Από εκεί και πέρα, το υπουργείο Εσωτερικών ας κάνει ό,τι νομίζει καλύτερο… Καλό Σαββατοκύριακο!