ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποσημειωσεις

Αυτές τις μέρες που το κλείσιμο της Ολυμπιακής δεν μοιάζει πλέον απίθανο, τώρα που κινδυνεύει να μείνει μία ανάμνηση όπως η δραχμή, αξίζει να θυμηθεί κανείς τη δύναμη με την οποία αυτή η εταιρεία συνδέθηκε με τους Ελληνες και τον ελληνισμό. Εάν κλείσει δεν θα συνηθίσουμε εύκολα στο κενό που θα αφήσει, όσες εταιρείες και αν πάρουν τη θέση της. Οι σχέσεις επιβατών και αεροπορικών εταιρειών είναι πάντα δυνατές – επειδή δεν είναι πολλές οι εταιρείες στις οποίες εναποθέτει κανείς την ίδια του τη ζωή και αυτές των αγαπημένων του. Αλλά η σχέση ανάμεσα στους Ελληνες και τον εθνικό τους αερομεταφορέα ήταν ακόμα πιο πολύπλοκη. Στα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Ολυμπιακή έγινε αναπόσπαστο μέρος του ελληνισμού. Με την Ελλάδα μια πανέμορφη και πολύπλοκη δαντέλα από νησιά και βουνά που δυσκολεύουν άλλες μορφές μεταφοράς, αλλά και με μετανάστες και ομογενείς σκορπισμένους σε κάθε γωνιά της γης, η Ολυμπιακή έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη συνοχή του ελληνισμού και αντιπροσώπευε το πιο μοντέρνο τμήμα του.

Πουθενά δεν ήταν τόσο δυνατή αυτή η σχέση όσο ανάμεσα στην εταιρεία και τους Ελληνες του εξωτερικού. Για τους ξενιτεμένους και τους ομογενείς, η Ολυμπιακή Αεροπορία ήταν πάντα ένα κομμάτι της πατρίδας. Κυρίως παλαιότερα, όταν το ταξίδι με το αεροπλάνο ήταν πιο σπάνιο και πιο ακριβό, η πτήση με τον «εθνικό αερομεταφορέα» ήταν ένα γλυκό πέρασμα προς την Ελλάδα και μία μικρή παράταση πριν από την επιστροφή. Για αυτούς, η Ολυμπιακή, όπως τόσα άλλα πράγματα ελληνικά, αποκτούσε μία σχεδόν μυθική σημασία, ως μέρος μίας ενιαίας ελληνικής ταυτότητας σε έναν πολύπλοκο και δύσκολο κόσμο.

Οι μετανάστες, τα παιδιά και τα εγγόνια τους απέκτησαν και αυτοί τη σχέση αγάπης-μίσους που έχουν όλοι οι Ελληνες με αυτά που τους αφορούν. Η Ολυμπιακή ήταν θέμα περηφάνιας και γοήτρου, κυρίως λόγω της καλής φήμης της ως ασφαλούς εταιρείας. Επίσης, δεν ήταν λίγο να βλέπει κανείς το γνωστό σήμα με τους έξι χρωματιστούς κύκλους ανάμεσα στα μεγαθήρια των διεθνών αεροπορικών εταιρειών στα άκρη της γης. Στο πρώτο μέρος της ζωής της, επίσης, η Ολυμπιακή απέπνεε και κάτι από την ακαταμάχητη γοητεία του ιδρυτή της, του Αριστοτέλη Ωνάση. Αργότερα, με την κρατικοποίηση, εξέφραζε την περηφάνια ενός λαού που όδευε όλο και πιο κοντά στην Ευρώπη. Συχνά όμως, η ίδια εταιρεία ήταν πηγή απογοήτευσης και οργής, όταν υπήρχαν πολύωρες καθυστερήσεις ή οι υπάλληλοι φέρονταν αγενώς. Οι Ελληνες του εξωτερικού είχαν μάθει πλέον σε άλλους τρόπους συμπεριφοράς και περίμεναν κάτι ανάλογο από τα πληρώματα της «δικής τους» εταιρείας. Οι υπάλληλοι της Ολυμπιακής, όμως, επειδή ήταν παιδιά της ίδιας της Ελλάδας και όχι της ιδέας της Ελλάδας, συχνά είχαν άλλη αντίληψη για τη δουλειά τους.

Για όσους είχαν μάθει να ζουν ως μικρή μειονότητα στη νέα χώρα τους, το να μπαίνουν σε αεροπλάνο και να ακούν τα ελληνικά ως «επίσημη» γλώσσα ήταν σαν να βρίσκονταν πάλι ανάμεσα σε μέλη της οικογένείας τους. Τα (κάπως) ελληνικά φαγητά, το κρασί και η μπίρα, οι εφημερίδες και το άρωμα ελληνικού καπνού όταν τα μέλη του πληρώματος άναβαν τσιγάρο πίσω από την κουρτίνα ήταν όλα μία γλυκιά «εισαγωγή» στη χώρα των αναμνήσεων και των διακοπών. Αλλά υπήρχε αναπόφευκτα και η αίσθηση μιας αντιπαλότητας ανάμεσα στους επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος. Οι υπάλληλοι συχνά έδιναν την εντύπωση ότι ήταν αριστοκράτες, οι οποίοι είχαν μεν την τύχη να βρίσκονται στην ανώτερη τάξη, αλλά και την ατυχία να πρέπει να συναναστρέφονται τους «πληβείους της Διασποράς». Μόνο αν έμεναν στην πατρίδα για αρκετό καιρό μπορούσαν οι ομογενείς να καταλάβουν ότι αυτή η νοοτροπία ίσχυε και στη σχέση των υπαλλήλων με τους ιθαγενείς. Σε αυτό, η Ολυμπιακή ήταν ένας μικρόκοσμος που παρουσίαζε, με υπερβολές, τα καλά και τα κακά της Ελλάδας.

Οι υπερβολικές απαιτήσεις των εργαζομένων, ανίκανες και κακές διοικήσεις, απλήρωτες κρατικές μεταφορές και, πάνω απ’ όλα, κυβερνήσεις που φόρτωναν την εταιρεία με προσωπικό που δεν χρειαζόταν, όλα τούτα οδήγησαν την Ολυμπιακή στη βέβαιη συντριβή. Κανείς δεν φάνηκε διατεθειμένος να κάνει τις θυσίες που θα απέτρεπαν το κακό. Αμύθητα ποσά δημόσιου χρήματος χάθηκαν άδικα. Αλλά, μέσα στον γενικό χαμό, πάντα υπήρχαν αυτοί οι συνεπείς και υπεύθυνοι που έκαναν το θαύμα τους και κρατούσαν την εταιρεία σε λειτουργία, μεταφέροντας εκατομμύρια επιβατών με ασφάλεια κάθε χρόνο.

Μπορεί να είναι πολύ αργά πλέον για την Ολυμπιακή, αλλά είτε μείνει στους αιθέρες είτε όχι, θα έχει την τύχη που έχει η ίδια η Ελλάδα – να έχει αγαπηθεί βαθύτατα από τους ίδιους που τόσο συχνά επλήγωσε.