ΑΠΟΨΕΙΣ

O ανθρώπινος, στοχαστικός Daniel Day-Lewis στο αθηναϊκό του διάβα…

Ηρθε, ανηφορίζοντας την οδό Σίνα, με τη Δάφνη Οικονόμου στο πλευρό του, την οικογενειακή φίλη και πρόεδρο της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών, στο σπίτι της οποίας επέλεξε να μείνει. Ψηλός, με κορμί νευρώδες, γυμνασμένο, λίγο σκοτεινός στην όψη εάν δεν ήταν τα μάτια του και το δειλό ακαταμάχητο χαμόγελό του να τον φωτίζουν. Στην πόρτα, στο προαύλιο του Γαλλικού Ινστιτούτου, Σάββατο πρωί, πολλοί οι νέοι «σινεφίλ», οι δημοσιογράφοι και ο Χρήστος Μήτσης από το περιοδικό «Σινεμά» που διοργανώνει τις «Νύχτες Πρεμιέρας» στο κινηματογραφικό φεστιβάλ Αθήνας. Λίγο πριν είχε φθάσει ο υπεύθυνος της ασφαλείας του, τελείως εθελοντικά, γιατί ούτε ο Ντάνιελ ζητεί προστασία ούτε κανείς διανοείται να βλάψει έναν σπάνιο για την εποχή μας ανθρωπιστή ταλαντούχο ηθοποιό. Το μόνο που ζήτησε ο διακριτικός αυτός κύριος ήταν να μην τον φωτογραφίζουν με «φλας» όταν μιλάει. Είναι η τέταρτη φορά που έρχεται στην Αθήνα ο Ντάνιελ, πέρυσι για την «πρώτη» της ταινίας «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Σκορτσέζε, φέτος για την «Τζακ και της Ρόουζ: Μπαλάντα για δύο», σε σενάριο – σκηνοθεσία της συζύγου του Ρεμπέκα Μίλερ, κόρης του Αρθουρ Μίλερ και της φωτογράφου Ινγκε. Και τις δύο φορές ταύτισε την παρουσία του στην πολύβουη «πρεμιέρα», με τον όρο να δοθούν οι εισπράξεις για τους σκοπούς της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών, της οποίας είναι ο προστάτης και φίλος. Πέρασε την τελευταία του ημέρα, χθες, Δευτέρα, μαζί με τα παιδιά στο Πρότυπο Κέντρο Αποκατάστασης «Πόρτα Ανοιχτή», που τον υποδέχθηκαν με φωνές αγάπης, και το πιο συγκινητικό κοπιώδες χειροκρότημα.

Εμεινε μαζί τους, τα αγκάλιασε, τους μίλησε, τους είπε πόσο περήφανος είναι που τα βλέπει να προοδεύουν, όντας πατέρας κι αυτός τριών παιδιών, του Γκάμπριελ – Κέιν Ατζανί, του Ρόναν Καλ και του Κάσελ Μπλέικ, δέκα, επτά και τριών ετών, αντίστοιχα.

Είχε οργανωθεί μια μικρή γιορτή προς τιμήν του, άρχισε με το τραγούδι «Αν όλα τα παιδιά της γης» και ακολούθησε ένα μικρό φιλμ με καλλιτεχνικές δραστηριότητες των παιδιών. Ηταν, η σειρά του, να χειροκροτήσει τη θεατρική ομάδα των παιδιών, που τον γνωρίζουν από τις προηγούμενες συναντήσεις τους μαζί του. Είναι εκείνα που του έδωσαν το φυλαχτό που είχε στην τσέπη του όταν πήρε το Οσκαρ για την ταινία «Το αριστερό μου πόδι», όπου υποδύθηκε έναν νέο με εγκεφαλική παράλυση που ήθελε να ζει μέσα στην κοινωνία, και το κατάφερε. Ως ο φοβερός «χασάπης» στην ταινία του Σκορτσέζε μάς ήρθε σύρριζα κουρεμένος. Στο φεστιβάλ Βερολίνου είχε αφήσει γένια και μούσι, στην Αθήνα ήρθε με κοντό μαλλί και ξυρισμένος, ντυμένος απλά, νεανικά, με ανασηκωμένα τα μανίκια του μαύρου πουκάμισου που άφηναν να φαίνεται το τατουάζ του στο δεξί του μπράτσο. Ανεξίτηλο φυσικά και αυτό, όπως η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του που τον κάνει να επιλέγει ρόλους με ένα εσωτερικό μήνυμα.

Αυτή ήταν και η πρώτη ερώτηση που του υποβάλαμε στο θεατράκι του Γαλλικού Ινστιτούτου, «εάν είναι η δυσκολία το πολύπτυχο της έννοιας ενός ρόλου που τον κάνει να τον διαλέγει». Χωρίς χαμόγελο απάντησε ότι «δεν ξέρει αλλά νιώθει ότι οι ρόλοι διαλέγουν εκείνον, και όχι εκείνος τους ρόλους». Οσο για τον ρόλο του Τζακ «πριν από εννιά χρόνια του είχε στείλει η Ρεμπέκα Μίλερ το σενάριο», ζητώντας του να παίξει τον επώνυμο ρόλο, εκείνος τη συνεχάρη, αλλά έκρινε πως δεν ήταν ακόμη έτοιμος γι’ αυτόν τον ρόλο. «Οταν τη συνάντησα, και τα λοιπά και τα λοιπά, και την παντρεύτηκα, ήρθε η ώρα ο ρόλος του Τζακ να με διαλέξει. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία μαύρη μαγεία πίσω από τους ρόλους μου. Πιστεύω ότι όποιος έχει ένα «πιστεύω» δεν πρέπει να το πουλάει…». «Εχετε σκεφθεί ποτέ να παίξετε σε αρχαία τραγωδία και μάλιστα στο θέατρο της Επιδαύρου, όπου έρχονται ξένοι διάσημοι σκηνοθέτες ολοένα και συχνότερα;». «Δεν μου το πρότειναν, δεν το έχω σκεφθεί. Οταν ήμουν 14 ετών, από την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου έκανα και εγώ το παιχνιδάκι για να δω αν ακούγεται ώς ψηλά ο κάθε ψίθυρος, εκεί έμεινα. Αλλά για να παίξω αρχαία τραγωδία πρέπει να μάθω πρώτα ελληνικά, αυτό είναι το σωστό και όχι σε μετάφραση», είπε.

Μήπως είναι η ώρα, κάποιος αρμόδιος να του «ψιθυρίσει» πόσο ιδανικός Ορέστης ή Οιδίπους θα ήταν ο καλύτερος ηθοποιός της νεότερης γενιάς;

«Ναι» στην επιστροφή των Μαρμάρων

Από τη συνέντευξη Τύπου, που είχε χαρακτήρα φιλικό, με σοβαρότητα και από τις δύο πλευρές, δεν έλειψε και η ερώτηση «ποια ήταν η γνώμη του για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα». «Ναι, σας εύχομαι να τα πάρετε πίσω, δικά σας είναι, το αξίζετε. H Αγγλία άρχισε να επιστρέφει πίσω ό,τι έχει κλέψει τους προηγούμενους αιώνες. Είσαστε και εσείς στη λίστα, περιμένετε καιρό, αλλά εγώ θα προτιμούσα, πρώτα, να επιστρέψουν πίσω τη Βόρειο Ιρλανδία – και αυτό το λέω ως Εγγλέζος», είπε, σφραγίζοντας τη διπλωματική αυτή απάντηση με το ανυποχώρητο της προσωπικότητάς του. Στο ίδιο πνεύμα και η απάντηση στο ερώτημα «εάν μπαίνει εύκολα στο μετρό του Λονδίνου»… «Από μικρός έπαψα να χρησιμοποιώ τον υπόγειο – The Tube, όπως των λέμε. Προτιμώ τα λεωφορεία και τα χρησιμοποιώ. Και αν, όπως φαίνεται, δεν είναι καθόλου ακίνδυνα, δεν σκοπεύω να σταματήσω να ανεβαίνω σε λεωφορείο»… Αυτός ο ίδιος ο Ντάνιελ μπήκε το βράδυ του Σαββάτου στο ολόφωτο, πλημμυρισμένο από κόσμο, προβολείς, κάμερες «Αττικόν», είδε το φιλμ με τον κόσμο και με την κ. Δάφνη Οικονόμου, την κ. Πέγκυ Καλατζοπούλου, που έχει φέρει την ταινία και την πρόσφερε σε «αβάν – πρεμιέρ». Τις ευχαρίστησε, δημόσια, και τις δύο και απάντησε στο τέλος σε ερωτήσεις της κατάμεστης, γοητευμένης αίθουσας. H ίδια η ταινία, ποιητική όσο και δυνατή, μιλάει για την εποχή των «παιδιών των λουλουδιών», που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και η δομή του σεναρίου κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο, με τον σπόρο ενός κινδύνου να τη διατρέχει, σαν το δηλητήριο της οχιάς… H σκηνοθεσία της Ρεμπέκας έχει ένταση, αλλά είναι ο Ντάνιελ που κάνει τον ρόλο του Τζακ αξέχαστο. Τον σφράγισε και αυτόν, κάνοντάς τον να μιλάει με έντονη σκωτσέζικη προφορά «κάτι που ήταν εκτός σεναρίου, αλλά το χρειαζόμουν εγώ για να παίξω», όπως εξομολογήθηκε χαμογελώντας, όταν άναψαν τα φώτα. Το μεσημέρι, χθες, από την «Πόρτα Ανοιχτή» οι φίλοι του τον συνόδευσαν στο αεροδρόμιο, όπου έφυγε, για το αγρόκτημα, κάπου στην Ιρλανδία, με τη Ρεμπέκα και τους γιους του. «Θα ξανάρθω για τη νέα μου ταινία», βεβαίωσε, αποχαιρετώντας την κ. Δάφνη Οικονόμου, και έφυγε, αλώβητος από τη δημοσιότητα και από τις ματαιδοξοξίες του «σταρ». Με την καρδιά του ανοιχτή, για να βοηθάει τους μικρούς και μεγάλους φίλους, με το μεγάλο του ταλέντο.