ΑΠΟΨΕΙΣ

Οψεις γέλιου, όψεις ζωής

Στη διπλανή θέση η κυρία γελούσε ανοιχτόκαρδα· ούτε υστερικά ούτε επιδεικτικά ούτε αδιάκοπα. Ηταν ένα γέλιο που είχα καιρό να ακούσω στην αίθουσα και μάλιστα με γενεσιουργό αιτία μια ελληνική ταινία. Οι ηθοποιοί δημοφιλείς, ενσάρκωναν μιαν αντροπαρέα από μεσήλικες με έναν ορκισμένο εργένη ανάμεσά τους. Μια καθημερινότητα, καθόλου ηχηρή, τους ενώνει, με πλάκες, αλληλοπειράγματα, μικροματαιοδοξίες και ματαιότητες. Μια ελληνική εκδοχή των «Εντιμότατων φίλων» επιχείρησε να γυρίσει ο σκηνοθέτης Τάκης Πορτοκαλάκης (στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του) και το έκανε με αξιοπιστία, μέτρο και αισθητική που δεν παραπέμπει καθόλου σε τηλεοπτική σειρά. Οποιες ενστάσεις και αν διατυπώσει κανείς, έχει μπροστά του μια υγιή κωμική σπίθα, με χιούμορ χωρίς μπαλαφάρες και σούπερ γκριμάτσες, απλό και άμεσο. Το γέλιο, σποραδικό αλλά συντονισμένο, ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της προβολής. H αίθουσα του «Αττικόν» ήταν σχεδόν γεμάτη και δίπλα ο «Απόλλων» ασφυκτιούσε από δεκάδες θεατές, 25αρηδες το πολύ. Με αποκλίσεις, αυτό, περίπου, ήταν και το κοινό της ελληνικής «Λίστας γάμου» που έδωσε την πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Το θέμα μας, όμως, δεν είναι η ανταπόκριση σε ένα δημοφιλή θεσμό.

Ο διαφορετικός τόνος του γέλιου, στάθηκε αφορμή να αναζητήσουμε στη φετινή εγχώρια παραγωγή τις κωμωδίες. Με έκπληξη μετρήσαμε έξι: του Γρηγόρη Καραντινάκη, του Νίκου Περάκη, του Αντώνη Καφετζόπουλου, του Ρένου Χαραλαμπίδη, του Σταμάτη Τσαρουχά και του T. Πορτοκαλάκη. Και οι έξι αυτοί σκηνοθέτες επιχειρούν, άλλος για πρώτη φορά άλλος δοκιμασμένος στο είδος, να μιλήσουν για την ελληνική πραγματικότητα μέσα από διαφορετικές διαδρομές. Τώρα, ποια πραγματικότητα επιλέγουν και με ποιο τρόπο, θα το δούμε προσεχώς.

Γιατί υπάρχουν πολλά είδη γέλιου που μπορεί να εκμαιεύσει ο δημιουργός: γέλιο που παραπλανά και συσκοτίζει, γέλιο που απελευθερώνει και ευφραίνει, γέλιο που μας κάνει φτωχότερους ή πλουσιότερους, γέλιο που ξορκίζει το κακό ή το επαναφέρει και το εγκαθιστά ισχυρότερο με το προσωπείο της αθωότητας. Γέλιο ρέον ή σπασμωδικό, γέλιο αμήχανο ή μηχανικό, επαναληπτικό. «Γέλιο γελοίο» αλλά και λικνιστικό, αδέσμευτο, πληθωρικό.

Οψεις γέλιου, όψεις πραγματικότητας. Και είναι αλήθεια ότι ο ελληνικός κινηματογράφος έχει πολλά χρόνια να μας φιλοδωρήσει με σάτιρα μεστή, κωμωδία διεισδυτική, αποκαλυπτική. Πιο σύνθετη από τις μονοδιάστατες τηλεοπτικές καρικατούρες, όπου κυριαρχεί ένας βασικός τύπος Νεοέλληνα: ανικανοποίητος, υστερικός, δολοπλόκος. Ή διαρκώς ευημερών και αναιτίως κεφάτος. Το τηλεοπτικό χιούμορ της νέας εποχής, περιστρέφεται γύρω από μια ιλουστρασιόν εκδοχή της πραγματικότητας. Και το κινηματογραφικό, αν δεν μιμείται το τηλεοπτικό, αντλεί από την «εύκολη» περίοδο (γιατί αφθονούν τα περιστατικά) της στρατιωτικής θητείας. Ομως το κωμικό δεν προκύπτει μόνο από το κατ’ εξαίρεσιν. Από εξωστρεφή, προφανή και στερεότυπα σχόλια, από ερμηνευτικές μανιέρες. Οπως υποστήριζε ο μεγάλος δεξιοτέχνης της κωμωδίας Μπίλι Γουάιλντερ: «Θέλω η ταινία να μου δείχνει ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα και όχι απευθείας το τέσσερα…»