ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βλέμμα του ξένου

Δεν ήταν ένας τουρίστας της Ελλάδας ο Ζακ Λακαριέρ. Το βλέμμα του δεν περνούσε άλλοτε ράθυμο κι άλλοτε βουλιμικό πάνω από τα πράγματα δίχως να τα μελετάει, όπως το βλέμμα όσων ταξιδεύουν σε ξένους τόπους κι άλλο δεν κάνουν παρά να φωτογραφίζουν ή να βιντεοσκοπούν, με την αίσθηση ότι το ίδιο τους το μάτι δεν αρκεί, θαρρείς και μόνο οι αναμνήσεις αξίζουν κι όχι αυτό που βλέπουμε και ζούμε στην ώρα του. Και δεν αγαπούσε το φάντασμα της Ελλάδας και τα λαμπρά λείψανά της ο Γάλλος λογοτέχνης. Δεν αποσπούσε δηλαδή τον τόπο από τον χρόνο του.

Συχνότατος επισκέπτης της χώρας μας, μέσα σε έξι δεκαετίες βαριές από ιστορία, πολιτογραφημένος πες, γνώστης βαθύς του στοχασμού και της τέχνης της αρχαιότητας, αλλά και της νεότερης λογοτεχνίας μας, πολλές καλές σελίδες της οποίας μετάφρασε στα Γαλλικά, αγαπούσε την Ελλάδα γι’ αυτό που ήταν, με τα ωραία της και με τα στραβά της. Δεν έμεινε να λατρεύει κάποιο ίνδαλμά της, δεν απαξίωσε την τωρινή της παρουσία, όπως συνέβη με παλαιότερους ταξιδευτές που, ιδίως τον 18ο αιώνα, ξενίζονταν γιατί έβλεπαν εδώ «κατσαπλιάδες» κι όχι χλαμυδοφόρους με ιδιαιτέρως φροντισμένους βοστρύχους. Στο κατά Λακαριέρ «Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας» έχει θέση και το κομπολόι ή το ζεϊμπέκικο δίπλα στον Μακρυγιάννη ή τους σπουδαίους ποιητές.

Οσο ερωτευμένος κι αν είναι με έναν ξένο τόπο κάποιος, κατορθώνει συνήθως και σώζει κάποια αντικειμενικότητα που πολύ δύσκολα τη βρίσκουμε στους αυτόχθονες. Την αντικειμενικότητα αυτή του ξένου βλέμματος, την αυστηρότητά του ακόμα καλύτερα, την έχουμε απόλυτη ανάγκη, ώστε να δούμε κι εμείς, με τη μεσολάβηση του τρίτου, ό,τι μας εμποδίζει να δούμε η φυσική μεροληψία μας που, με τον χρόνο, μπορεί να εξαλλαγεί και σε ιδεολογική. Αν από αυτούς που συνηθίζουμε να αποκαλούμε φιλέλληνες περιμένουμε την κολακεία και μόνο, το εγκώμιο, τους ύμνους για το ένδοξο παρελθόν μας κτλ., τότε το μόνο που θέλουμε είναι η εξωτερική νομιμοποίηση της συνήθειάς μας να βαυκαλιζόμαστε και της επιμονής μας να πιστεύουμε ότι ο υπόλοιπος κόσμος θα μας χρωστάει αιωνίως. Δυστυχώς, αυτήν την υποδοχή επιφυλάσσουμε συνήθως στη ρητή και συχνά υψηλότονη αγάπη των ξένων για τη χώρα μας. Γι’ αυτό και βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε «ανθέλληνες» όσους έχουν την «ασεβή» ιδέα να εντοπίσουν ένα προβληματάκι εδώ, ένα κουσούρι παραπέρα, ακόμα κι αν πρόκειται για τα σκουπίδια που ασχημαίνουν ουκ ολίγους αρχαιολογικούς χώρους. Θα μπορούσαμε, πολύ απλά, να αναιρέσουμε τις αιτίες του «ανθελληνισμού», βλέποντας κάπως ειλικρινέστερα το πρόσωπό μας στον καθρέφτη.