ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «όχι» των Γερμανών

Το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία… περιμένει μεν τη Δρέσδη, η χώρα όμως έχει ήδη εισέλθει στη διαδικασία των εντολών σχηματισμού κυβέρνησης και στις κομματικές επαφές, που αυτή συνεπάγεται όποτε δεν υπάρχει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οπως το 1989 στη χώρα μας, έτσι και τώρα στη Γερμανία δεν αποκλείονται ίσως συμμαχίες παράδοξες. Αυτές δεν μπορούν, βέβαια, να αναιρέσουν το «μήνυμα» της γερμανικής ψήφου, μπορούν όμως να το παραμερίσουν στην πράξη.

Οπως ήδη σημειώθηκε και στο χθεσινό βασικό θέμα της «K», η γερμανική ψήφος είναι ευδιάκριτα συνδεδεμένη με την αγωνία για την τύχη του κοινωνικού κράτους. Για την ακρίβεια, υπερβαίνει την έκφραση αγωνίας: αν ληφθεί υπόψη ότι έχουν προηγηθεί επτά χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης, η λαϊκή ετυμηγορία αποτελεί ευθεία αποδοκιμασία των νεοφιλελεύθερων επαγγελιών των Χριστιανοδημοκρατών, αλλά και των σχετικών πειραματισμών του απερχόμενου καγκελάριου Σρέντερ. Είναι, πράγματι, χαρακτηριστικό ότι οι Χριστιανοδημοκράτες, αν και επί επταετία στην αντιπολίτευση, έχασαν(!) 3,3% της δύναμής τους. Οι σύμμαχοί τους Ελεύθεροι Δημοκράτες παρουσίασαν άνοδο 2,4%, δεν πέτυχαν όμως να καλύψουν τη χριστιανοδημοκρατική απώλεια. O συνασπισμός που θα «κάλπαζε» προς την εξουσία έχασε αθροιστικά σχεδόν 1% (0,9%) από το ποσοστό ψήφων, που είχε αποσπάσει το 2002.

Στο στρατόπεδο των Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων οι απώλειες είναι σημαντικότερες, πρέπει όμως κανείς να εξετάσει πού κατευθύνθηκαν οι «αποχωρήσαντες» ψηφοφόροι τους. Οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν 4,2% της δύναμής τους και οι Πράσινοι 0,5%, δηλαδή αθροιστικά 4,7%. Ολόκληρο αυτό το ποσοστό το καρπώθηκε το Κόμμα της Αριστεράς, που συγκροτήθηκε από πρώην Σοσιαλδημοκράτες υπό τον Λαφοντέν και πρώην κομμουνιστές της Αν. Γερμανίας: από 4% (του πρώην KK) το 2002 ανέβηκε στο 8,7% την Κυριακή. Αν αθροίσει κανείς τις ψήφους των τριών αυτών κομμάτων, νοώντας τα ως υπό ευρεία έννοια «αριστερά», διαπιστώνει ότι διατηρούν ακέραιο το 51,1% των ψήφων που είχαν το 2002.

Οσο και αν στη λαϊκή ψήφο υπεισέρχονται διάφορες παράμετροι, η μετά από επταετή αντιπολίτευση απώλεια εκλογικής ισχύος δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως αποδοκιμασία της πολιτικής των Χριστιανοδημοκρατών. Το γεγονός ότι η μόνη θετική μετατόπιση ψήφων από το απερχόμενο κυβερνητικό στρατόπεδο ενίσχυσε ένα αμιγώς αριστερό σχήμα (παρά το «στίγμα» του κομμουνιστικού επιγόνου) όχι μόνο επιβεβαιώνει την αποδοκιμασία αυτή, αλλά αποτελεί την «ειδοποιό διαφορά» του εκλογικού αποτελέσματος.

Το αίτιο της ψήφου είναι μάλλον εύλογο. Οι Γερμανοί, τους οποίους η κ. Μέρκελ δεν επιχείρησε να ξεγελάσει ντύνοντας την πολιτική της γραμμή με ρητορική κοινωνικής ευαισθησίας, δεν δέχονται να είναι οι εργαζόμενοι μόνιμα θύματα σε μία κοινωνία πολλαπλάσιου πλούτου απ’ ό,τι προ 30 ετών – και το εξέφρασαν. Οι συνέπειες της ψήφου δεν είναι το ίδιο ευδιάκριτες. H άρνηση του Σρέντερ να μιλήσει με το Κόμμα της Αριστεράς δεν επιτρέπει να συνεκτιμηθεί κατά τη διαμόρφωση του προσεχούς κυβερνητικού σκηνικού το μόνο, ίσως, μήνυμα των εκλογέων της παράταξής του. Οι Γερμανοί μίλησαν. O λόγος τους, όμως, μπορεί να μη βαρύνει.