ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι «Αμερικανοί»

Χθες, επιστρέφοντας αργά το μεσημέρι στο σπίτι μου, πέρασα από τον «καφενέ» κεντρικού ξενοδοχείου να πάρω ένα αναψυκτικό. Ελάχιστοι οι θαμώνες, στη μια άκρη μια παρέα αποστράτων αξιωματικών που τους συναντάω συχνά την τελευταία δεκαετία (παλαιότερα στου «Ζοναρ’ς») και στην άλλη άκρη μια παρέα από δύο άνδρες και μια γυναίκα, ο ένας αρκετά ηλικιωμένος, ο άλλος μεστός, γύρω στα εξήντα και η γυναίκα ελαφρώς νεότερη. Στο τραπέζι είχαν απλώσει μερικές παλιές φωτογραφίες και ο ηλικιωμένος εξηγούσε στους άλλους: «Αυτός είναι ο πατέρας μας, αυτή η μάνα μας, αυτή η θεία μας η Καλλιόπη και αυτός ο μικρότερος αδελφός μας, ο Λυκούργος, που πέθανε το ’48 από φυματίωση, δεν τον πρόλαβε η πενικελίνη».

Κάθησα κοντά τους και άθελά μου έγινα ωτακουστής. Από τη συνέχεια της κουβέντας και ενώ ο μεγαλύτερος συνέχιζε να περιγράφει τις φωτογραφίες κατάλαβα τα εξής: Οι δύο άνδρες ήσαν αδέλφια και η γυναίκα σύζυγος του ενός, του νεότερου. Το ζευγάρι, κραυγαλέα Ελληνοαμερικανοί (μιλούσαν τα ελληνικά με δυσκολία και με διασκεδαστικά λάθη) επισκεπτόταν την Ελλάδα ύστερα από πολλά χρόνια και εκεί, στο κεντρικό ξενοδοχείο της πλατείας Συντάγματος, συναντούσαν τον μεγαλύτερο αδελφό τους. Είχε έρθει από ένα χωριό κοντά στο Λεωνίδιο, απ’ ό,τι κατάλαβα από την κουβέντα τους, «πηγαίναμε με τα γαϊδούρια στο Λεωνίδιο» ή ο «ξάδελφός μας πήγε στο γυμνάσιο στο Λεωνίδιο» ή «αυτή η θεία μας έμενε στο Λεωνίδιο».

Κατάλαβα ακόμη ότι η οικογένεια είχε οκτώ αδέλφια, έξι αγόρια και δύο κορίτσια και ότι όλοι ξενιτεύθηκαν νωρίς στην Αμερική (υποθέτω βάσιμα πριν από το ’50), πλην του μικρού αδελφού που «πέθανε το ’48 από φυματίωση», και του μεγάλου, του πρώτου, που έμεινε πίσω με τους γονείς. Ηταν αυτός που περιέγραφε τις φωτογραφίες, «Τι να κάνει ο κόσμος, έφευγε για την Αμερική, το χωριό μας είχε μόνο πέτρες και πουρνάρια». Και σε άλλο σημείο: «Ημουνα 13 με 14 όταν έφυγα και θυμάμαι τη γιαγιά μας σαν όνειρο».

Οι αδελφές παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια, απαρίθμησαν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, «η μεγάλη κόρη της Αφροδίτης πήρε Αμερικάνο και είναι καλά». Από τα τέσσερα αγόρια που ξενιτεύθηκαν, ο ένας, ο Λούης, εγκαταστάθηκε πριν από χρόνια στο Λας Βέγκας «δούλεψε καλά και τώρα έχει ένα μικρό ξενοδοχείο, αλλά χάθηκε, αποξενώθηκε. Δεν έχει παιδιά». Είπαν και για τα άλλα ξενιτεμένα αδέλφια τους που κατάφεραν να ριζώσουν σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ.

Δεν βρέθηκαν τυχαία στην Αμερική. O πατέρας τους ήταν επίσης μετανάστης που «γύρισε στην Ελλάδα να πολεμήσει (δεν κατάλαβα σε ποιον πόλεμο) και παντρεύτηκε. O αδελφός του, όμως, και θείος τους έμεινε στην Αμερική και σε αυτόν πήγαν τα τέσσερα αδέλφια και οι δύο αδελφές (έξι άτομα, έξι στόματα μικρών παιδιών), όταν ξενιτεύθηκαν.

Η γυναίκα Ελληνοαμερικανή και αυτή, γεννήθηκε στην Αμερική, άλλωστε μιλούσε τα ελληνικά με περισσότερη δυσκολία και κάθε τόσο απευθυνόταν στον άντρα της με λαρυγγόφωνα αμερικάνικα αγγλικά και ζητούσε εξηγήσεις, όταν ο μεγάλος έλεγε ποιος ήταν ο ένας και ποια η άλλη στις φωτογραφίες («αυτός είμαι εγώ μικρός και αυτή η μεγάλη μας αδελφή»).

Είπαν πολλά ακόμη και όταν τους άφησα αργά το μεσημέρι τα έλεγαν ακόμη. Στον δρόμο σκεφτόμουνα ποιος θα γράψει την ιστορία αυτής της εποποιίας των ξενιτεμένων Ελλήνων, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία, στη Γερμανία και αλλού. Μάλλον κανένας. Και σιγά σιγά οι γενιές θα χαθούν σε ένα απέραντο χωνευτήρι. Και σκεφτόμουν ακόμη γιατί οι ξενιτεμένοι μας βρήκαν τόσο μικρή θέση στη λογοτεχνία μας, ενώ οι ίδιοι είναι ατόφιοι ήρωες περιπετειώδους μυθιστορήματος. Εκτός από τον «Αμερικάνο» του Παπαδιαμάντη και το «Συναξάρι του Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού και από τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη (στον κινηματογράφο) δεν ξέρω τίποτε άλλο. Ελπίζω να υπάρχουν και να μην τα ξέρω…