ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος δανείζεται;

Πρέπει να ληφθούν μέτρα περιστολής του δανεισμού των νοικοκυριών; Οι τραπεζίτες, όπως είναι φυσικό, το αντικρούουν. Σημειώνουν ότι ο δανεισμός όταν υπολογισθεί στο σύνολο του εθνικού εισοδήματος παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα που ισχύουν σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης.

Οι καταναλωτικές ενώσεις προτιμούν να σφυρίζουν αδιάφορα για την ουσία του θέματος, ώστε να «εκμεταλλεύονται» την κατάσταση που δημιουργείται όταν (και είναι πολλοί) οι καταναλωτές δανείων αντιμετωπίζουν τις συνέπειες βιαστικών αποφάσεών τους. H Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει και την ευθύνη να παρακολουθεί την αξιοπιστία των τραπεζών και την προστασία των καταναλωτών, περιορίζεται σε «ευγενικές» επισημάνσεις προς τους τραπεζίτες.

Η κυβέρνηση αποφεύγει το θέμα, αν και τρέμει στον φόβο μιας επέκτασης των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν ορισμένα στρώματα της κοινωνίας μας. Βιομήχανοι και έμποροι «τρίβουν» τα χέρια τους, αφού πρώτοι αυτοί επωφελούνται (όταν δεν την προκαλούν) από την ασυλλόγιστη μανία με το πλαστικό χρήμα. Τα νοικοκυριά χρωστούν 57,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή, 41 δισ. περισσότερα μέσα σε τέσσερα χρόνια. Στον βαθμό που έφυγαν από τη μέση τοκογλύφοι, «συγγενείς» και γραμμάτια, καλύτερα οι τράπεζες.

Ομως, σημαντικό μέρος των δανείων οφείλεται στην τακτική των εμπόρων να προτείνουν (δήθεν) δελεαστικές «δόσεις». Αυτό πρέπει να αλλάξει. Μεγαλώνει τους κινδύνους που χωρίς προετοιμασία αναλαμβάνουν οι καταναλωτές και, επιπλέον, δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για αύξηση πληθωρισμού, υπερτιμολόγηση των προϊόντων και άλλα αρνητικά φαινόμενα που ενδημούν σε κάθε «ελεύθερη» αγορά.

Το δεύτερο (συναφές) που πρέπει να κάνουν οι τράπεζες είναι να ζητούν από τους πελάτες τους να αποπληρώνουν ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα των χρεών που αναλαμβάνουν με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας. H «ελάχιστη μηνιαία καταβολή» οδηγεί τους καταναλωτές να φορτώνονται τόκους, χωρίς να είναι σε θέση να τους υπολογίσουν, ενώ, βεβαίως, δεν ενημερώνονται γι’ αυτό. Είναι αξιοπερίεργο γιατί οι διάφοροι «προστάτες» δεν αναφέρονται στο σημείο αυτό, ενώ και η διοίκηση της κεντρικής τράπεζας μπορεί να το ζητήσει από τους τραπεζίτες.

Ομως, το μεγάλο πρόβλημα με τα δάνεια δεν είναι το «πόσο» αλλά το «ποιος». Δυστυχώς, δανείζονται περισσότερο και πιο επιπόλαια εκείνοι που έχουν μικρότερες δυνατότητες να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις του, χωρίς να τινάζουν στον αέρα τα οικονομικά της οικογένειάς τους. Ενα μεγάλο μέρος των διαμαρτυριών για την ακρίβεια οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την κακή διαχείριση. Αρκεί να προσέξουμε ότι εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους, το πρώτο στο οποίο αναφέρονται είναι η αγωνία τους για τις δόσεις των δανείων τους. Το βάρος των δανείων σπρώχνει και στην απαίτηση για μεγαλύτερες μισθολογικές προσαρμογές, όπως θα διαπιστωθεί όταν ξεκινήσουν οι (δύσκολες) συζητήσεις με τα συνδικάτα.

Μαθαίνω ότι, ευτυχώς, οι τράπεζες απορρίπτουν ολοένα και περισσότερες νέες αιτήσεις. O περιορισμός των κινδύνων από έναν αλόγιστο δανεισμό είναι ευθύνη όλων των προηγουμένων. Εύκολα μάλιστα μπορεί να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια της πολιτικής μας ζωής. Ας το προλάβουμε!