ΑΠΟΨΕΙΣ

«Αυτοί οι ωραίοι άνθρωποι» γράφει ο Γ. A. Λεονταρίτης για μεγάλα ονόματα δημοσιογραφίας και θεάτρου που σφράγισαν την εποχή τους…

Αχ! Αυτό το εξώφυλλο! Σε ένα παλιό γραφείο χωράει μια ολόκληρη δημοσιογραφική εποχή. H γραφομηχανή με το λευκό χαρτί περασμένο, το παλιό ραδιόφωνο, η φωτογραφική μηχανή-φυσαρμόνικα, το τηλέφωνο με το καντράν, το μπλοκάκι, τα μολύβια, ο καφές, το τασάκι με τ’ αποτσίγαρα, το καπέλο, που κανένας κομψός στις δεκαετίες ’30, ’40 δεν αποχωριζόταν, είτε είχε μαλλιά είτε δεν είχε, τα γυαλιά και, πιο πολύ απ’ όλα, το τσαλακωμένο χαρτί, ριγμένο σαν μπάλα, με το κομμάτι που δεν βγήκε καλό και πήρε τον δρόμο προς τον κάλαθο των αχρήστων! Οπως και ο καλός συνάδελφος και συγγραφέας αυτός, ο Γιώργος A. Λεονταρίτης, ανήκουμε σε μια εποχή που γνώρισε αυτά τα δημοσιογραφικά «εργαλεία», μ’ αυτά δούλεψε και αναδείχθηκε και αν τώρα, όλα εκτός από τον καφέ και τ’ αποτσίγαρα, τα άλλα όλα είτε έχουν πεταχθεί είτε εξελίχθησαν και έγιναν αγνώριστα, δεν παύουν να μας συγκινούν, να μας μαγεύουν.

Μιλάμε για το εξώφυλλο του νέου βιβλίου του «Αυτοί οι Ωραίοι Ανθρωποι…» που μιλάει, όπως είναι ο υπότιτλος, για «δημοσιογραφία, θέατρο – μια εποχή». Νέος συντάκτης πρόλαβε και γνώρισε μερικούς απ’ αυτούς και λόγω του πατέρα του Απόλλωνα Λεονταρίτη, που είχε έλθει από τη Σμύρνη με τη συμφορά του 1922, και γρήγορα διακρίθηκε με τις ιστορικές μελέτες του και με τη ρητορική του δεινότητα στις διαλέξεις, ο Γιώργος μεγάλωσε και ανατράφηκε με τους λογοτέχνες, τους διανοούμενους και τους μεγάλους δημοσιογράφους που σύχναζαν σπίτι τους, στην οδό Μάγερ. Στο παλιό βαρύτιμο ξύλινο γραφείο του πατέρα του, μικρός, ψάχνοντας στα συρτάρια του, όπου υπήρχαν σημειώματα, προγράμματα, αποκόμματα, γράμματα, κυάλια θεάτρου και άλλα τέτοια θυμητάρια μιας εποχής δεμένης με το διάβασμα, το γράψιμο, το θέατρο, ο Γιώργος ανάπνευσε το άρωμα της εποχής και όταν, διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας με σημαντικό έργο, αποφάσισε να γράψει για τους «ωραίους ανθρώπους της δημοσιογραφίας και του θεάτρου» όλο το υλικό ήταν έτοιμο, στη μνήμη του, στο παρελθόν, στις φωτογραφίες με αφιερώσεις, στα σκίτσα και τις πολιτικές γελοιογραφίες.

Τη γνώρισε, την αγάπησε την εποχή εκείνη, με το τυπογραφείο και το αντιμόνιο, «το υπέροχο μελάνι των φύλλων», καθώς έβγαιναν φρέσκα από τη «βουερή γωνιά το μέσα μέρος» των πιεστηρίων – όπως γράφει ο Λεονταρίτης. «Τότε απολαμβάναμε το ζωντανό χειρόγραφο, το γνώριμο δημοσιογραφικό χαρτί, αυτό το χαρτί που κατά τον Σεφέρη, ήταν «σκληρός καθρέφτης» και «μιλούσε με τη φωνή σου»». Ετσι και το βιβλίο του Λεονταρίτη. Μιλάει με τη φωνή του για μια εποχή που τη γνώρισε και ας έφυγε εκείνη ανεπιστρεπτί, εκείνος συνεχίζει. Και γράφει με ιδιαίτερη αγάπη για τα μεγάλα ονόματα, τους κορυφαίους της πένας. Για δημοσιογραφία και θέατρο. H «Εστία», Αχιλλεύς Κύρου, Κύρος Κύρου, Αδωνις Κύρου, «H Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου, της Ελένης Βλάχου, την οποία γνώρισε και περιγράφει, όταν διευθυντής ήταν ο Αντώνης Καρκαγιάννης, και εκείνη έγραφε ακόμη το χρονογράφημά της, επί νέας εποχής Αλαφούζου που κρατάει την «Καθημερινή» σε υψηλό επίπεδο. H «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα, «που ήξερε να δίνει μάχες για τις ιδέες του», ο Παύλος Παλαιολόγος και η αδυναμία του στο ωραίο φύλον, ο Παν. Παπαδούκας, ο Αλέκος Φιλιππίδης, ο Απόστολος Μαγγανάρης, ο Φωκίων Δημητριάδης με το πολιτικό σκίτσο που ανέβαζε – κατέβαζε κυβερνήσεις, ο Δημήτρης Ψαθάς, πρώτος και σαν δημοσιογράφος και σαν θεατρικός συγγραφέας, ο Κώστας Πολίτης, ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο Νάσος Μπότσης, δανδής και δημιουργικός, ο Κωστής Μπαστιάς που «δημιούργησε» την Κάλλας, ο Νίκος Θεοφανίδης, ο Χρήστος Φιλιππίδης και πόσοι άλλοι που ήταν τα πρώτα ονόματα στον 20ό αιώνα, και που τους πήρε μαζί του, όταν κατέβηκε η αυλαία.

Για μας που συνεχίζουμε μια τρυφερή αναπόληση, για τους νέους δημοσιογράφους, ένα «φροντιστήριο» για τη συναρπαστική δημοσιογραφία εκείνης της εποχής, που τίποτα δεν ήταν έτοιμο, είδηση, φωτογραφία, διασταύρωση ήταν δουλειά του ρεπόρτερ. Γιώργο A. Λεονταρίτη, σε ευχαριστώ και για την αφιέρωση…