ΑΠΟΨΕΙΣ

Προέχει η πολιτική «μαϊμουδιά»

Υπάρχουν ειδήσεις περιπτωσιακής προβολής, αλλά αενάου εκκρεμότητος. Μια τέτοια είδηση είναι ότι στο σύνολο των 500.000 αναπήρων, οι οποίοι στη χώρα μας λαμβάνουν σύνταξη ή κάποιο επίδομα, οι περίπου 120.000 (δηλαδή τουλάχιστον ο ένας στους πέντε) είναι αρτιμελείς και υγιέστατοι. Πρόκειται για τους «ανάπηρους μαϊμούδες», όπως τους αποκαλούμε κάθε φορά που οι αρμόδιοι υπουργοί «ανακαλύπτουν» το πρόβλημα και αναγγέλλουν την επίλυσή του, όπως έπραξε προχθές ο κ. Νικήτας Κακλαμάνης. Συγκριτικά με τα διεθνή δεδομένα, λοιπόν, η Ελλάδα δικαιούται τον χαρακτηρισμό ως χώρα των αναπήρων, ενώ, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί στο παρελθόν, υπάρχει και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Το ποσοστό των αναπήρων-μαϊμούδων σε ορισμένους νομούς ξεπερνά το 90%, ενώ σε άλλες περιοχές κυμαίνεται στο «κανονικό» ποσοστό της απάτης· δηλαδή περί το 20%.

Δεν αμφισβητούμε την ειλικρίνεια του κ. Κακλαμάνη. Επισημαίνουμε απλώς ότι στην καταγραφή του προβλήματος είχαν προβεί και άλλοι προκάτοχοί του, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μάλλον, λοιπόν, δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, ούτε η σθεναρή βούληση για την εξάλειψη του φαινομένου. H επίλυση του προβλήματος προϋποθέτει την εκρίζωση των αιτίων του. Οι «υπεράριθμοι» ανάπηροι δεν έπεσαν από τον ουρανό, ούτε φύτρωσαν. Μόνοι τους δεν ήταν ικανοί να εξαπατήσουν το Δημόσιο, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια παράνομη σύνταξη, η οποία επιβαρύνει όλους τους Ελληνες φορολογούμενους. Απλώς συνέπραξαν σε μια απάτη, στην οποία εμπνευστές και πρωτεργάτες ήταν άλλοι. Αυτό τεκμαίρεται από την κραυγαλέα ανισοκατανομή των «αναπήρων μαϊμούδων» στους διαφόρους νομούς της χώρας. Είναι σαφέστατο ότι στην εξαπάτηση του Δημοσίου πρωτοστάτησαν συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και εξίσου συγκεκριμένοι δημόσιοι λειτουργοί. Πρόκειται για τους καθ’ ύλην αρμοδίους υπουργούς που «ευεργέτησαν» ή -επί το ορθότερον- εξαγόρασαν με δικά μας χρήματα, ψηφοφόρους της εκλογικής τους περιφέρειας. Πρόκειται για τα μέλη των υγειονομικών επιτροπών και των άλλων κρατικών υπηρεσιών που ενέκριναν τις ανύπαρκτες αναπηρίες, υποτασσόμενοι στην παράνομη «επιθυμία» του υπουργού, ή υπηρετώντας τα συμφέροντα του κόμματος, στο οποίο προφανώς όφειλαν τον διορισμό τους στο Δημόσιο.

Ο χρόνος και ο τόπος που λειτούργησε αυτή η βιομηχανία παραγωγής «αναπήρων-μαϊμούδων» ασφαλώς είναι καταγεγραμμένοι στις αρμόδιες υπηρεσίες. Μια απλή παραβολή των στοιχείων αυτών με τις θητείες των αρμοδίων ή συναρμοδίων υπουργών, ιδίως σε περιόδους «υπερπαραγωγής», καθώς και των υπογεγραμμένων εγκρίσεων των «αναπηριών», είναι αρκετή ώστε μια τόσο εκτεταμένη απάτη εις βάρος του Δημοσίου, των φορολογουμένων, αλλά και των πραγματικών αναπήρων, να αποκτήσει ονοματεπώνυμα.

Μια τέτοια αποκάλυψη απαιτεί ασυγκρίτως μεγαλύτερη πολιτική τόλμη, απ’ ό,τι ο εντοπισμός και ο αποχαρακτηρισμός μερικών εκατοντάδων ή -έστω- χιλιάδων «αναπήρων». Διότι, εκτός των άλλων, η απάτη δεν αποκλείεται να αποδειχθεί, ως εκ της διάρκειάς της, και διακομματική. Ωστόσο ο κ. Νικήτας Κακλαμάνης αν δεν επιθυμεί να προστεθεί στη λίστα των προκατόχων του ως απλός καταγραφεύς του προβλήματος, οφείλει να τολμήσει την αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών και των πρωτεργατών της απάτης. Οχι για να τιμωρηθούν οι ίδιοι, αλλά να αποδοκιμασθεί δημοσίως και ηθικώς η πράξη τους. Για να παραδειγματισθούν και να συνετισθούν οι επίδοξοι μιμητές τους. Για να πεισθεί ο απλός πολίτης ότι η κατά περιόδους ανακίνηση του προβλήματος των «αναπήρων μαϊμούδων» αποκτά, επιτέλους, κάποια ουσία και δεν αποβλέπει στον εσαεί εμπαιγμό του από τους εκάστοτε αρμοδίους υπουργούς.