ΑΠΟΨΕΙΣ

Μελόδραμα ή φάρσα;

Μια φορά το δεκαπενθήμερο ή τον μήνα, κάποιος Ελλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει. Κάποιος πολιτικός μας δηλαδή παίρνει φωτιά, είτε σε τηλεπαράθυρο βρίσκεται είτε στη Βουλή (αλλά και τότε με την απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχουν κάμερες για να καταγράψουν την ιερά οργή του) και απειλεί ότι «επιτέλους, θα τα πει όλα, να τα μάθει ο κόσμος». Αμέσως έπειτα, όμως, σχεδόν τρομαγμένος από την ίδια του την απειλή, ξαναβάζει το σπαθί στο θηκάρι του ή απλώς ανακαλύπτει ότι είναι ατρόχιστο, σκουριασμένο, ένα παιχνιδάκι μάλλον παρά ένα όπλο. Κι αντί να «τα πει όλα», αντί να αποκαλύψει όσα γνωρίζει ή υποτίθεται ότι γνωρίζει, εξαπολύει δυο-τρεις υπαινιγμούς ή κλείνει το ματάκι του πονηρά στους κομματικούς του αντιπάλους καθώς και σ’ εμάς τους τηλεπαθητικούς πολίτες, που ακόμα και την πολιτική αντιπαράθεση μαθαίνουμε να την καταναλώνουμε σαν μορφή κιτρινόμαυρου κουτσομπολιού.

Το σκετσάκι επανελήφθη και προχθές στη Βουλή, με πρωταγωνιστή τον υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας και συμπρωταγωνιστές τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Και παρότι το έχουμε δει πολλές φορές, δεν είναι εύκολο να του αποδώσουμε τίτλο, να το χαρακτηρίσουμε μελόδραμα ή σκέτη φαρσοκωμωδία. Το περιεχόμενό του, ωστόσο, είναι σχεδόν πάντοτε το ίδιο: Ποιος ήταν ή είναι περισσότερο ενδοτικός στις ορέξεις της διαπλοκής, ποιος στάθηκε ταπεινότερος υπηρέτης των Συμφερόντων, εφοπλιστικών ή άλλου είδους, ποιος τέλος πάντων «δεν δικαιούται διά να ομιλεί».

Ολοι βεβαίως δικαιούνται να μιλούν, κι όλοι οι πολιτικοί δικαιούνται ένα μερίδιο στην καταγγελτική υπερβολή. Οταν όμως ισχυρίζονται από το επισημότατο βήμα της Βουλής, όπως έπραξε ο κ. M. Κεφαλογιάννης, ότι «στελέχη του ΠΑΣΟΚ που ήταν στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου, διαθέτουν, από κοινού με ακτοπλόους, θυρίδες στην Ελβετία», έχει την υποχρέωση της κατονομασίας. Το βάρος των αποκαλύψεων πέφτει παγίως στον καταγγέλλοντα, όχι στον καταγγελλόμενο, και μάλιστα στον ανωνύμως και ομιχλωδώς καταγγελλόμενο.

Η ομίχλη αυτή όμως είναι εξυπηρετική για όλους. Στη σκοτεινιά της όλοι δικαιούνται να ισχυρίζονται πως είναι φωτεινοί και πεντακάθαροι, και ταυτόχρονα να καταγγέλλουν τους άλλους, άνευ στοιχείων και ονομάτων, ότι φορούν τα λερωμένα τ’ άπλυτα. H Βουλή, έτσι οφείλουμε να πιστεύουμε, δεν είναι εκπομπή σαν τις γνωστές κατακίτρινες «αποκαλυπτικές» της μεσημβρινής ζώνης των ιδιωτικών καναλιών (την «αίγλη» των οποίων ζήλεψαν και οι κρατικοί δίαυλοι, για να μη χάσουν σε «ανταγωνιστικότητα»). Γιατί, λοιπόν, προσπαθούν να μας πείσουν ότι η πίστη μας αυτή είναι εντελώς λαθεμένη;