ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί ευσεβών πόθων…

«Σκουραίνει το σκιαγράφημα της πραγματικότητας…», είπε ο πλησίον. «Ασχήμιες προσθέτουν κάθε τόσο μελανιές, γκρίζες γραμμές της ασάφειας καλύπτουν τη λευκότητα της αισιοδοξίας και οι σπασμένες ευθείες της απορίας αφήνουν κενά… Αλλά, πόσοι «βλέπουν διά της τεθλασμένης»; Τουτέστιν, πόσοι έχουν διορατική ικανότητα, κατορθώνουν με συλλογισμούς να βγάλουν θετικά συμπεράσματα για άγνωστα ή μελλοντικά γεγονότα και καταστάσεις; Και καθώς οι αιτίες που προκαλούν κοινή δυσφορία μοιάζουν ασυμμάζευτες, πληθαίνουν οι ευσεβείς πόθοι, οι κρυφές, ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Οι οποίες δεν έχουν μόνο οικονομικές ή εργασιακές διαστάσεις ούτε ξεστρατίζουν για να αναζητήσουν ένα κάποιο φίλτρο του παλιού καιρού, το μαγικό μέσο ή το γλυκό μαντζούνι που εμπνέει, συντηρεί ή επαναφέρει τον φτερωτό έρωτα. Αν συμφωνήσει κανείς με την άποψη πως είναι ολοζώντανη η αξιοσύνη των ανθρώπων του τόπου μας και δεχθεί ότι υπερτερούν σε αριθμό όσοι αδιαφορούν για το «δαιμονικό τραγούδι» των μυθικών Σειρήνων ή δεν υποκύπτουν στους πειρασμούς της εποχής μας και αρνούνται τα καταφερτζίδικα καμώματα, σίγουρα θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν ακόμη «περιθώρια αντοχής». Και τότε θα καταλάβει ότι δεν είναι «ατελείωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος / ο κακός δρόμος μες στα βάλτα και τα βούρλα», που θυμίζουν οι παλαμικοί στίχοι, μήτε έχουν χαθεί οι αρετές του λαού μας που φώτισαν την πορεία του στο διάβα των αιώνων. Γι’ αυτό και οι ευσεβείς πόθοι του είναι προσγειωμένοι και σήμερα που η ανακατωσούρα βάζει τρικλοποδιές στις τίμιες προσπάθειες, εμποδίζει τις αγαθές προθέσεις να γίνουν ζηλευτές πράξεις και προκαλεί, συχνά, δυσάρεστες εντυπώσεις. Μπορεί, βλέπεις, τα παράπονα, οι γκρίνιες και οι διαμαρτυρίες να βγάζουν στην επιφάνεια τα προβλήματα, μα δεν τα λύνουν. Ομως, ο απλός πολίτης που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τα κοινά δεν το βάζει κάτω. Ουδείς γνωρίζει αν εξορκίζει τους φόβους και τις ανησυχίες του, για να βρει το κουράγιο να προχωρήσει. Μετράει, ωστόσο, τις δυνατότητές του, πασχίζει να τα φέρει βόλτα, να διατηρήσει αλώβητη την περηφάνια, αμόλυντη την αξιοπρέπειά του και αναρωτιέται αν και πότε θα εκπληρωθούν οι κρυφές του επιθυμίες. Δεν περιμένει, βέβαια, να διορθωθούν όλα τα στραβά και τα ανάποδα. Θέλει να μπει στο καβούκι της η όποια ασυδοσία, να μην τον κατατρύχουν ανασφάλειες και αβεβαιότητες ούτε να τον πονοκεφαλιάζουν φληναφήματα, να νοικοκυρευτεί ο τόπος για να ξέρει καθένας αν έχει πάρει «τρικλίζοντας δεξιά ζερβά το ορθό ανηφόρι» κατά τη φράση του Νίκου Καζαντζάκη, να «τείνει ευήκοον ους» η πολιτεία στα δίκαια αιτήματά του, να προστατευθεί η τρυφερή ηλικία από τους κινδύνους που την απειλούν, να αναζωογονηθούν οι προσδοκίες…».

«Ευσεβείς οι πόθοι που αραδιάζεις, τον διέκοψε ο συνομιλητής του. Αλλά πόσο εύκολα μπορεί να αλλάζει το σκούρο σκιαγράφημα της πραγματικότητας που είπες όταν άρχισε η κουβέντα μας, για να λάμψει η λευκότητα της αισιοδοξίας και να λείψουν οι τεθλασμένες γραμμές της ασάφειας και του τρέχα γύρευε;». O πλησίον σκυθρώπιασε και δεν απάντησε. Ποιος νομίζει ότι δεν έχει ευφράδεια και η σιωπή; Και ας συνταιριάζει καμιά φορά με την αμηχανία.