ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανούσια και επιζήμια αντιπαράθεση

Αν επιχειρούσε κανείς μια αντιπαραβολή των πολιτικών αντιδράσεων κυβερνήσεως και αξιωματικής αντιπολιτεύσεως κατά την κατάθεση των ετήσιων προϋπολογισμών, τουλάχιστον της τελευταίας 15ετίας, θα διαπίστωνε μια σχεδόν απόλυτη ταύτιση. Ενώ η εκάστοτε κυβέρνηση διακηρύσσει τον αναπτυξιακό του χαρακτήρα, την ανάγκη οικονομικής εξυγιάνσεως και ευαγγελίζεται την επερχόμενη ανάκαμψη, η αντιπολίτευση ομιλεί για άγρια λιτότητα, για φορομπηχτικά μέτρα και προαναγγέλλει κασσανδρικά την επ’ αόριστον παράταση της φτώχειας και της μιζέριας μιας μεγάλης κατηγορίας του ελληνικού λαού. Και τα δύο κόμματα αναφέρονται στα ίδια στοιχεία και δεδομένα του προϋπολογισμού. Και τα δύο κόμματα εναλλάσσουν τις ίδιες θέσεις και αντιθέσεις, ανάλογα αν βρίσκονται στην κυβέρνηση ή ασκούν αντιπολίτευση.

Αλήθεια διερωτήθηκαν ποτέ οι πολιτικοί μας ταγοί ποια εντύπωση σχηματίζει ο απλός πολίτης απ’ αυτήν τη διαχρονική εναλλαγή των κομμάτων στους ρόλους του καλού και του κακού διαχειριστού των οικονομικών μας πραγμάτων; Ιδίως σήμερα, που η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία λειτουργεί σε σχετικώς σύντομα χρονικά διαστήματα, αυτή η αλληλοδιαδοχή θέσεων είναι βέβαιον ότι κάθε άλλο παρά προάγει την πολιτική αξιοπιστία των κομμάτων εξουσίας, αν δεν θεωρείται από τον Ελληνα πολίτη και προσβλητική της νοημοσύνης του. Διότι η λιτότητα, «άγρια» ή «ηπιότερη», επεβλήθη και ισχύει αδιάκοπα στη χώρα μας από το 1985, αμέσως μετά τη δεύτερη πρωθυπουργία A. Παπανδρέου και με αρμόδιο υπουργό τον κ. K. Σημίτη. Εκτοτε άλλαξαν επτά κυβερνήσεις. Τρεις του ΠΑΣΟΚ (σύνολο διακυβερνήσεως 15 χρόνια), δύο της Ν.Δ. (πέντε χρόνια) και δύο συνεργασιών (περίπου ένας χρόνος). Στο διάστημα αυτό η κοινή γνώμη έχει εξάγει τα συμπεράσματά της για τα αίτια και τους υπαιτίους της αενάου λιτότητος. Εχει κατανείμει τις πολιτικές ευθύνες. Προπαντός, όμως, έχει πάψει προ πολλού να πιστεύει σε καταστροφολογικές προγνώσεις ή να ελπίζει σε θαυματουργές λύσεις. Εκείνο, λοιπόν, που πρωτίστως απαιτεί από τα δύο μεγάλα κόμματα είναι να επιδείξουν στοιχειώδες αίσθημα ευθύνης και σοβαρότητος στην αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας.

Οπως πιστοποιείται κατά τις περιόδους που τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν την ευθύνη ασκήσεως της εξουσίας, τόσο η διάγνωση περί της σοβαρότητος της οικονομικής καταστάσεως, όσο και ο τρόπος αντιμετωπίσεώς της, δικομματικώς συμπίπτουν απολύτως. Τούτο σημαίνει ότι το πρόβλημα αυτό όχι μόνον δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση, αλλά και ότι κάθε τέτοια προσπάθεια απολήγει ευθέως στην επιδείνωσή του. Διότι η εκμετάλλευση αυτή δεν επιχειρείται μόνον με τη διγλωσσία, στην οποία καταφεύγουν εναλλάξ τα δύο μεγάλα κόμματα, ως κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, οπότε η συμπεριφορά αυτή πλήττει κυρίως την αξιοπιστία και την πολιτική τους σοβαρότητα. Εκδηλώνεται και εμπράκτως, ως μέσον επαναδιεκδικήσεως της εξουσίας. Αποτέλεσε, αίφνης, συνήθη πρακτική για τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ να ανατρέπουν, εν όψει εκλογών, την οικονομική περισυλλογή σε πολιτική αδίστακτων παροχών. Οπότε η ανάγκη λιτότητος δεν διαιωνίζεται απλώς, αλλά και αναβαθμίζεται επαχθέστατα για τον Ελληνα πολίτη.

Η εποχή, όμως, που οι εκλογικές μάχες δίνονταν με απατηλά συνθήματα «για καλύτερες μέρες» ή με επιδείξεις πολιτικής φαυλότητος του τύπου «Τσοβόλα δώστα όλα», έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. H πικρή εμπειρία που απεκόμισαν οι Ελληνες ψηφοφόροι από τέτοιες τακτικές έχει προ πολλού μετουσιωθεί σε πολιτική ωριμότητα. Καιρός είναι και τα κόμματά μας να προσαρμόσουν τις πεπερασμένες τακτικές τους στη λαϊκή ωριμότητα και σύνεση. Τούτο υπαγορεύει το κομματικό τους συμφέρον· προπαντός, όμως, επιβάλλεται για το όφελος του τόπου και του ελληνικού λαού…