ΑΠΟΨΕΙΣ

H θηλιά του χρέους

Στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 και τα δύο κόμματα εξουσίας αντιμετώπιζαν το μεγάλο ύψος του δημοσίου χρέους ως απειλή όχι μόνο για τις δημοσιονομικές ισορροπίες, αλλά και για το ίδιο το μέλλον της χώρας. Σταδιακά από το 1996 και με κορύφωση την ένταξη στην ONE, η κυβέρνηση Σημίτη πέρασε στην κοινωνία το σύνθημά της για «ισχυρή Ελλάδα» και ακμάζουσα οικονομία.

Η πολιτικάντικη αυτή ταχυδακτυλουργία αποσκοπούσε στην προβολή μιας πλασματικής εικόνας και στην εξ αυτής άντληση ψήφων. Είχε, ωστόσο, πολύ μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις, αφού η εν λόγω ρητορική καθησύχασε τις ανησυχίες, διέλυσε το κλίμα αυτοσυγκράτησης και ώθησε την ελληνική κοινωνία σ’ έναν αμετροεπή καταναλωτισμό. Χρειάσθηκαν η απογραφή και οι επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για να αποδειχθεί ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή απ’ όσο πίστευε ο μέσος πολίτης.

Οπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία, περίπου το ένα τέταρτο των κάθε είδους φορολογικών εσόδων διοχετεύεται για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Για την πληρωμή τόκων δαπανούμε μεγαλύτερα ποσά απ’ όσα προβλέπει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, με το οποίο χρηματοδοτούνται οι υποδομές και ευρύτερα οικοδομείται το μέλλον της χώρας. Δαπανούμε μεγαλύτερα ποσά και από το σύνολο των κάθε είδους επιχορηγήσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι λόγω των ιδιαιτέρως χαμηλών επιτοκίων, η επιβάρυνση του προϋπολογισμού για την πληρωμή τόκων είναι συγκριτικά μειωμένη.

Οποιος δεν αρέσκεται στη θαλπωρή των ψευδαισθήσεων οφείλει να πάει στην ουσία, δηλαδή στο γεγονός ότι η Ελλάδα είναι υπερχρεωμένη. Σήμερα, όπως και σε άλλες περιόδους, αντιμετωπίζουμε τις βαρύτατες συνέπειες της ανεύθυνης πολιτικής του συνεχούς δανεισμού. Δανεισμού, μάλιστα, ο οποίος κατά κανόνα δεν γινόταν για τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών, αλλά για την κάλυψη τρεχουσών δημοσιονομικών αναγκών.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την αυστηρή εφαρμογή μιας πολιτικής σταδιακής μείωσης του δημοσίου χρέους. Προφανώς, κάθε κυβέρνηση θα ήθελε να είχε τα περιθώρια να κάνει παροχές και να αντλεί τα εξ αυτών πολιτικά οφέλη. Επειδή, όμως, η εθνική οικονομία έχει προ πολλού εξαντλήσει αυτά τα περιθώρια και εδώ και χρόνια κινείται βαθιά στη ζώνη του «κόκκινου», η πολιτική ευθύνη επιβάλλει στους κ. Κώστα Καραμανλή και Γιώργο Αλογοσκούφη να συνεχίσουν την ίδια δύσκολη πορεία.

Οσο κι αν η «K» κατανοεί τις αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες, οφείλει να επισημάνει ότι το ΠΑΣΟΚ έχει χρέος να συνδράμει αυτή την προσπάθεια. Οχι μόνο, γιατί πρόκειται για μείζονος σημασίας εθνική υπόθεση, αλλά και επειδή το ίδιο φέρει βαρύτατες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση.