ΑΠΟΨΕΙΣ

Στη «γέφυρα» των δισταγμών

Ανοιξιάτικη φούγκα, με κάποιες φωνές και διάφορα μουσικά όργανα να επαναλαμβάνουν με παραλλαγές την αρχική μελωδία της παγκοσμιοποίησης. Αλλά οι παρτιτούρες είναι μπερδεμένες, τα φάλτσα πολλά και το ερώτημα αν και πόσοι ακροατές ευαρεστούνται και πόσοι δυσανασχετούν, μένει αναπάντητο. Ισως επειδή είναι κλειστή ακόμη και η έξοδος που διευκολύνει τη φυγή από την πραγματικότητα… Ναι, μακάρι να μην είχαν δυσκολέψει τόσο, να μην ήταν αινιγματικές οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως στον πλανήτη των ανέσεων και του αυτοματισμού. Ομως, αν παρακολουθήσει κανείς τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή τα άλματα της τεχνητής νοημοσύνης και συγκρατήσει στη μνήμη του γεγονότα και απόψεις που περνούν από το προσκήνιο της επικαιρότητας, μπορεί και να καταφέρει να προσεγγίσει όσα συμβαίνουν σήμερα. Δεν χρειάζεται δα και μεγάλη προσπάθεια για να γίνει αντιληπτό ότι τα παλιά δεδομένα, που ήταν συνυφασμένα με τις δραστηριότητες της ζωής, αμφισβητούνται ή καταργούνται σιγά σιγά, χωρίς να βγαίνουν νέα στην επιφάνεια. Και μόνο αυτό; Οι απαιτήσεις που προβάλλει η πρόοδος θεωρούνται αδιαπραγμάτευτοι όροι, το άγχος της καθημερινότητας θεριεύει, ο αγώνας των πολλών για την επιβίωση δεν φέρνει αποτελέσματα, τα όνειρα της νιότης βουλιάζουν στο ταραγμένο πέλαγος της αβεβαιότητας, οι προβλέψεις μοιάζουν με γρίφους, οι όποιες υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο προσκρούουν στο τείχος της δυσπιστίας και ο κοινός νους βολοδέρνει ανάμεσα στα εφικτά και στα ανέφικτα, πασχίζοντας να βρει την άκρη, να διακρίνει έστω το τέρμα της ανθρώπινης πορείας, που υποχρεωτικά συνεχίζεται πάνω στην «ιδεατή γέφυρα» που συνδέει τη μεταβατική ετούτη εποχή με την αόρατη μελλοντική. Αλλά, ποιος ξέρει αν η καινούργια εποχή θα υπάρξει κάποτε, για να φέρει τη γαλήνη, να αποκαταστήσει τις ηθικές βλάβες, να διορθώσει τις αδικίες, να αναδείξει τις αληθινές αξίες και να παραμερίσει τις άνομες επιδιώξεις;

Προς το παρόν, είναι φως φανάρι πως αυτή η «γέφυρα» κρύβει παγίδες και εμπόδια, ζιζάνια που προκαλούν δύσκολες καταστάσεις και πειρασμούς που παραπλανούν. Ταλαιπωρεί τους οδοιπόρους της ζωής, αφήνει έκθετη την απόγνωση, ευνοεί τα τερτίπια της πονηρίας, έχει σκοτεινά σημεία που περιορίζουν την ορατότητα, γλιστερά μονοπάτια που οδηγούν σε κατηφοριές και ανακατωσούρα. Πώς λοιπόν να ακουστούν οι ψίθυροι της Κασσάνδρας ή τα συνετά λόγια της τιμιότητας, οι συμβουλές της σοφίας και οι γνώμες της ειλικρίνειας; Και πώς να μη φουντώνουν οι δισταγμοί, αφού δεν συνταιριάζουν πια με αδυναμίες ούτε μαρτυρούν αμφιταλαντεύσεις ή αναποφασιστικότητα, όπως άλλοτε, μα κρατούν σε εγρήγορση την προσοχή και συχνά προστατεύουν από τα λάθη της βιασύνης και τις συνέπειες της αμέλειας; Και μπορεί ο Ντενί Ντιντερό του Διαφωτισμού να είπε, στον αιώνα του, ότι «το να διστάζεις σημαίνει πως ποτέ δεν θα φτάσεις πουθενά», αλλά στους τωρινούς καιρούς της σκληρής δοκιμασίας του πνεύματος, της υποτίμησης των ιδεών και της εικονικής πραγματικότητας, οι δισταγμοί διαφοροποιήθηκαν. Λέτε να ξέφυγαν από την παλιά τους έννοια και να έγιναν «μέσα αμύνης» των υπάρξεων που, με αγωνία και θλίψη, παρακολουθούν τις εξελίξεις ή υποπτεύονται τα τεκταινόμενα επί της Γης;