ΑΠΟΨΕΙΣ

Απογραφες

Τώρα που ζούμε στον αστερισμό των κατά Εμμανουήλ Κεφαλογιάννη «καραγκιόζηδων» και της κατά Θεόδωρου Πάγκαλου «αριβίστικης τσογλαναρίας», πρέπει να αναλογιστούμε το επίπεδο του πολιτικού λόγου πέρα από το σοκ των απρεπών εκφράσεων που εκστομίζουν δημοσίως οι πολιτικοί μας. Ετσι κι αλλιώς, οι έχοντες στενές επαφές με τους ταγούς του έθνους διηγούνται συζητήσεις μεταξύ κορυφαίων στελεχών χυδαιότερου επιπέδου, τέτοιων που κάποτε γίνονταν μόνο στα λιμάνια.

Η αλήθεια είναι πως οι ύβρεις και οι χαρακτηρισμοί δεν έλειψαν ποτέ από την πολιτική σκηνή. Κάποτε μάλιστα ήταν οξύτεροι. Αν φυλλομετρήσουμε τον ελληνικό Τύπο των αρχών του περασμένου αιώνα θα βρούμε στην αρθρογραφία χαρακτηρισμούς βαρύτερους από τους σημερινούς. Αν δούμε πρακτικά της Βουλής θα πετύχουμε επίθετα που θα έκαναν ακόμη και τον κ. Θεόδωρο Πάγκαλο να κοκκινίζει. Αλλά και στο εξωτερικό πολλές φορές η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται με εξαιρετική σφοδρότητα. Πέρυσι, για παράδειγμα, ο Βρετανός βουλευτής Τζορτζ Γκαλογουέι χαρακτήρισε τον δημοσιογράφο Κρίστοφερ Χίτσενς «μοναδικό φαινόμενο στη φυσική ιστορία, αφού είναι η πρώτη μεταμόρφωση μιας πεταλούδας σε σκουλήκι».

Κι αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι είχε προβεί κάποτε από βήματος Βουλής στη διαπίστωση ότι «οι μισοί βουλευτές είναι ηλίθιοι». Οταν ο πρόεδρος του Σώματος τον ανακάλεσε στην τάξη, ο οξύνους πολιτικός ανασκεύασε λέγοντας: «Κύριε πρόεδρε, αποσύρω το προηγούμενό μου σχόλιο. Οι μισοί εδώ μέσα δεν είναι ηλίθιοι».

Χειρότερο, λοιπόν, πρόβλημα από τους χαρακτηρισμούς που πλημμυρίζουν την πολιτική σκηνή, είναι η έλλειψη πνεύματος των πολιτικών. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να κάνουν μεγάλη φασαρία, να δίνουν τροφή για εξαλλοσύνες στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά ακριβώς επειδή λείπει το βάθος και η σπιρτάδα της σκέψης, οι ύβρεις τους έχουν την ίδια τύχη με τις ομιλίες τους. Καταχωρίζονται σκονισμένες στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Η έλλειψη σπιρτάδας είναι ένα από τα συμπτώματα της παρακμής του πολιτικού λόγου. Η έλλειψη βάθους στην επιχειρηματολογία τους είναι ένα ακόμη, ίσως το πιο ανησυχητικό. Αν κάποιος διαβάσει την επιχειρηματολογία του Ελευθέριου Βενιζέλου για τον διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας (όπως ξαναήρθε στο φως από το βιβλίο του κ. Μ. Βασιλάκη «Η Μάστιγα του Θεού») μόνο θλιβερά συμπεράσματα μπορεί να βγάλει για τον σημερινό πολιτικό διάλογο, ακόμη και σ’ αυτό το κορυφαίο για τη χώρα θέμα. Οι επίγονοί του (ακόμη κι εκείνοι που επέλεξαν να φέρουν το όνομά του) μόνο βαρύγδουπα αστειάκια θα αφήσουν παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.

Η διαφορά στην ποιότητα του παρελθόντος πολιτικού λόγου με τον σημερινό φαίνεται ξεκάθαρα στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Καλές και άγιες είναι οι περισσότερες προτάσεις που κατατίθενται αυτόν τον καιρό, κάποιες από αυτές μάλιστα μπορεί να χαρακτηριστούν και ρηξικέλευθες. Μόνο που τους λείπει η στιβαρή τεκμηρίωση, τα πολιτικά επιχειρήματα που θα υπερβαίνουν την πολιτική συγκυρία. Αν κοιτάξουμε πάλι στο παρελθόν πάλι η σύγκριση είναι καταθλιπτική. Κάποτε οι ομιλίες στη Βουλή ήταν διαλέξεις πολιτικής επιστήμης. Σε μια θαυμάσια ανάλυση που έκανε παλαιότερα ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Πασχάλης Κιτρομηλίδης εξέτασε διεξοδικά πώς επηρέασε η ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη τους ελληνικούς συνταγματικούς θεσμούς. Μέτρησε πόσες φορές αναφέρθηκαν στη διάρκεια της δεύτερης εθνοσυνέλευσης (1862-1864) οι τότε σύγχρονοι και λίγο παλαιότεροι στοχαστές της Ευρώπης. Ετσι για το Σύνταγμα της μικρής τότε Ελλάδος τα γραπτά του Τζέρεμι Μπένθαμ αναφέρθηκαν στη Βουλή 10 φορές, του Μπεντζαμέν Κόνσταντ 10 φορές, του Τζον Στιούαρτ Μιλ 7, του Σαρλ Λουί Μοντεσκιέ 5, του Αλέξις Ντε Τόκβιλ 5, του Ανταμ Σμιθ 3. Ακόμη και από τη σκέψη των Λάιμπνιτζ, Πασκάλ, Ροβεσπιέρου και Προυντόν αντλούσαν οι τότε εθνοπατέρες επιχειρήματα.

Το βασικό πρόβλημα, λοιπόν, του πολιτικού λόγου σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι η πληθώρα των επιθέτων. Αντιθέτως, είναι η έλλειψη των ουσιαστικών…