ΑΠΟΨΕΙΣ

«Εγώ, μωρέ, θα σώσω την Ελλάδα;»

Τα τελευταία χρόνια, μετά και την πολιτικοοικονομική επικύρωση της ισότιμης(;) συμμετοχής μας στη δυτικοευρωπαϊκή οικογένεια, έχει αναπτυχθεί, κερδίζοντας συνεχώς πολυποίκιλους θιασώτες, ένα άτυπο, ντόπιο κίνημα… ανθελληνισμού, απαξίωσης όλων όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη χώρα.

Η πλέον εκφραστική -συνάμα αφαιρετική- εκδήλωση αυτής της άποψης συμπυκνώνεται στη φράση: «έλα μωρέ τώρα, στην Ελλάδα ζούμε τι περιμένεις;».

Το παραπάνω ερώτημα εκδηλώνεται ως ηττοπαθής παραδοχή μια άθλιας πραγματικότητας, αυτός που το απευθύνει έχει ύφος οργισμένου, αδικημένου, ή καταδικασμένου να ζει και να κινείται σε μιαν Ελλάδα που δεν του αξίζει…

Ομως αυτό το ερώτημα-παραδοχή το απευθύνουν άνθρωποι από διαφορετικούς κοινωνικούς, οικονομικούς, πνευματικούς ιστούς. Το ακούς από αυτόν που περιμένει στην ουρά να εξυπηρετηθεί, το ακούς και από αυτόν που βρίσκεται πίσω από το γκισέ και πληρώνεται για να εξυπηρετεί.

Το ακούς από τον ταξιτζή που σιχτιρίζει τη δουλειά του, το ακούς και από τον πελάτη του που συμφωνεί με τον οδηγό σε ό,τι αυτός καταριέται. Το ακούς από τον μανάβη στη λαϊκή, το ακούς από τη γιαγιά που βρίζει το ευρώ και την ακρίβεια σέρνοντας το καροτσάκι της σαν να κουβαλά μέσα σε αυτό τα χρόνια της Ελλάδας σε κιλά.

Τη φράση αυτή έχουν στην άκρη της γλώσσας τραγουδιστές, μοντέλα, ποδοσφαιριστές και πρόεδροι ομάδων, ηθοποιοί, διασκεδαστές πολυτελείας. Μην ξεχνάμε, είχε διατυπωθεί στη Βουλή από πρωθυπουργό (Σημίτης), μετά το ναυάγιο του «Σαμίνα», σε μια στιγμή δημόσιας έκφρασης μελαγχολίας και παραδοχής του πεπρωμένου: «Αυτή είναι η Ελλάδα»… Το οξύμωρον του πράγματος είναι ότι πετροβολούν την Ελλάδα και το περιεχόμενό της και κάτι τύποι με γεμάτο πορτοφόλι και ύφος 100 καρδιναλίων. Αυτοί, κατοικοεδρεύουν στα παράθυρά της T.V., ξεμπροστιάζουν, καταγγέλλουν, καταδικάζουν επί παντός, μεταφέροντας μια εικόνα γενικής συμφοράς.

Βεβαίως, όλοι τούτοι βρίσκονται μακράν εκτός του κύκλου της συμφοράς που τον χαράσσουν κατά το δοκούν, οπότε τον… τετραγωνίζουν και εκ του ασφαλούς.

Μασημένη τροφή, λοιπόν, η φράση «έλα μωρέ τώρα, στην Ελλάδα ζούμε, τι περιμένεις;» για ξύπνιους και κορόιδα, πλούσιους και φτωχούς, τεμπέληδες και εργατικούς.

Εκστομίζοντάς την γινόμαστε μέλος μιας μεγάλης οικογένειας που κατά φαντασίαν εξοστρακίζει τους υπόλοιπους. Η οικογένεια κλειδαμπαρώνεται στο πελώριο σπίτι των αδικημένων.

Από την άλλη, αν οι εξωτερικοί φίλοι και εχθροί της χώρας έπαιρναν στα σοβαρά τη μίζερη ομφαλοσκόπησή μας, θα μπορούσαν να πουν κολλώντας μας στον τοίχο: Μπορεί εμείς να τρώγαμε βελανίδια όταν εσείς χτίζατε Παρθενώνες, τώρα όμως τι κάνετε;

Ανατολίτες εκ γειτνιάσεως ξεβολευτήκαμε από τη συμμετοχή μας στη δυτικοευρωπαϊκή οικογένεια, ταράχτηκε το εντός μας, τρομάξαμε μπροστά στις νέες υποχρεώσεις -ε, η πειθαρχία δεν είναι και το φόρτε μας…

Εχθρευόμαστε το κράτος, προσπερνώντας πως όλοι βάζουμε καθημερινά ένα λιθαράκι γιγαντώνοντάς το στη μορφή που μισούμε.

Απλά: Οταν ο διπλανός μας παρανομεί και δεν το πληρώνει, διαπιστώνουμε: δεν υπάρχει κράτος. Οταν παρανομούμε εμείς, είναι μαγκιά: εγώ μωρέ, θα σώσω την Ελλάδα;