ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεγαλοδημοσιογράφοι και νανοπολιτικοί…

Η οργή που εκφράζουν κατά καιρούς ορισμένοι πολιτικοί μας, όπως πρόσφατα ο κ. Μανώλης Κεφαλογιάννης, για το παρακμιακό και επικίνδυνο φαινόμενο της «τηλεοπτικής δημοκρατίας», φυσικά δεν αφορά μόνον τους «μεγαλοδημοσιογράφους» των καναλιών και τους «τηλεδικαστάς». Θα ‘πρεπε να καταλογίζεται όχι εξ ίσου, αλλά σαφώς επιβαρυντικότερα στην πλειοψηφία των πολιτικών μας, η οποία συμπράττει εκουσίως, συχνά δε και κατά παράκληση, στον εκφυλισμό του δημοσίου βίου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι ελεγκτικός, ως προς την αποκάλυψη της αλήθειας, ώστε να ενημερώνει τον πολίτη κατά τρόπο ορθό και πλήρη. Επόμενο είναι επίσης ο ρόλος αυτός να καθιστά τον δημοσιογράφο δυσάρεστο ή και αντιπαθή προς κάθε φορέα εξουσίας, έναντι του οποίου εμφανίζεται ως αντίδικος. Ωστόσο, η ελεγκτική ή και η «επιθετική» δημοσιογραφία τείνει να ταυτισθεί στις ημέρες μας με την αυθάδεια, τη θρασύτητα και την αλαζονεία. Το ποιοι επιδίδονται στο είδος αυτό της δημοσιογραφίας και σε ποιους τηλεοπτικούς σταθμούς στεγάζονται, είναι τοις πάσι γνωστόν. Πασίδηλα είναι επίσης τα κίνητρα και οι επιδιώξεις των συγκεκριμένων δημοσιογράφων.

Φυσικά, πρωταρχικό κίνητρο είναι η μεγάλη θεαματικότητα, η οποία δεν επιτυγχάνεται βεβαίως, με έναν ήρεμο, ψύχραιμο και ισότιμο διάλογο δημοσιογράφου-πολιτικού, ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, ή -έστω- να μπορέσει ο τηλεθεατής να διαμορφώσει άποψη, κρίνοντας τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Η μεγάλη θεαματικότητα απαιτεί κραυγαλέες καταγγελίες και «προδικαστικούς» καταλογισμούς. Χρειάζεται εριστικότητα, έντονους διαπληκτισμούς, συχνά ανταλλαγή ύβρεων και -ει δυνατόν- επεισοδιακή κατάληξη. Προφανείς και συνακόλουθες είναι και οι επιδιώξεις του είδους αυτού της δημοσιογραφίας. Ο «προσκαλούμενος» πολιτικός έχει δύο επιλογές: Είτε να ανταποκριθεί στο ύφος και το ήθος του δημοσιογράφου, οπότε ο στόχος της «επεισοδιακής εκπομπής» έχει επιτευχθεί, συγχρόνως δε ό ίδιος έχει αποδείξει την «ισοτιμία» του έναντι του προσκαλούντος. Είτε να δεχθεί τη σχέση αυθέντου-υποτελούς, υπομένοντας ταπεινοφρόνως και αδιαμαρτυρήτως τον τηλεοπτικό προπηλακισμό του. Και στις δύο περιπτώσεις, φυσικά, «παράπλευρο» θύμα είναι η αλήθεια, ως αποστολή της «ενημερωτικής» εκπομπής. Αν η «συζήτηση» κλείσει με καυγά, ο τηλεθεατής παραμένει δίγνωμος ή -ακόμη χειρότερο- εν συγχύσει και εν αγνοία. Αν ο «διάλογος» τερματισθεί, ως μονομερής επίδειξη υπεροχής των τηλεδημοσιογράφων, τότε η αλήθεια έχει διαμορφωθεί κατά το δοκούν ή -έστω- εν πολλοίς από τους ίδιους.

Συνεπώς, το επιχείρημα των υπουργών και γενικώς των πολιτικών μας ότι μετέχουν σε τέτοιου είδους εκπομπές, βάσει της ρητής υποχρεώσεως των δημοσίων λειτουργών να ενημερώνουν την κοινή γνώμη, δεν είναι απλώς αβάσιμο, αλλά και έκδηλα αντιφατικό. Διότι με τη συμμετοχή τους αυτή -και εφόσον γνωρίζουν άριστα τις προδιαγραφές της τηλεοπτικής τους εμφανίσεως- όχι μόνον δεν συμβάλλουν στην ενημέρωση του πολίτη, αλλά συμπράττουν στον αποπροσανατολισμό του ή και στη διαστρέβλωση της αλήθειας, ανεξαρτήτως αν αυτό γίνεται σκοπίμως ή ακουσίως από τον «μεγαλοδημοσιογράφο». Πρωτίστως, όμως, συνεργούν στην απαξίωση της πολιτικής, στον εξευτελισμό του κύρους του αξιώματός τους, στην καταρράκωση της προσωπικής τους αξιοπρέπειας.

Βάσει, λοιπόν, ποιας λογικής και αξιοπιστίας οι πολιτικοί μας ανησυχούν και καταγγέλλουν την «τηλεοπτική δημοκρατία», Οπως συμβαίνει και με τη διαφθορά στον δημόσιο τομέα, για να «ευδοκιμήσουν» τέτοιες νοσηρές και επικίνδυνες καταστάσεις, απαιτούνται δύο παράγοντες. Ο εκμαυλιστής και ο εκμαυλιζόμενος, ο δελεάζων και ο δελεαζόμενος, ο δωροδοκών και ο δωροδοκούμενος, κ.ο.κ. Πιθανότατα, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν προχώρησε η αποκάλυψη και η πάταξη της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα είναι ότι το εγχείρημα εκδηλώθηκε κυρίως προς τον ένα παράγοντα της διαπλοκής. Τον εκμαυλιστή επιχειρηματία, τον δελεάζοντα μεσάζοντα, τον δωροδοκούντα προμηθευτή. Ωστόσο, ο έτερος παράγοντας της διαπλοκής, δηλαδή ο δημόσιος λειτουργός που συνέπραξε, δεν ήταν θύμα, αλλά ο πράγματι «βασικός μέτοχος» στη διαφθορά. Διότι αυτός εκμαυλίσθηκε από τον θώκο της εξουσίας, διαχειριζόμενος το δημόσιο χρήμα και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Ενώ ο εκμαυλιστής απέβλεπε στην προώθηση του ιδιωτικού του συμφέροντος και ουδεμία υποχρέωση είχε -πέραν «κάποιας» ηθικοπατριωτικής- να υπηρετεί το δημόσιο και το κοινωνικό όφελος.

Βάσει της ίδιας άνισης ευθύνης, μεταξύ δημοσιογράφων και πολιτικών, πρέπει να καταλογισθεί και η ενοχή για την επικράτηση της «τηλεοπτικής δημοκρατίας». Κοντολογίς, δεν θα είχαμε «μεγαλοδημοσιογράφους» αν δεν υπήρχαν νανοπολιτικοί…