ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτική που ταυτίζει το εφικτό με τον ραγιαδισμό

Γενικά συμπεράσματα από περιπτωτικά, νωπά στη μνήμη συμβάντα: Οταν μια χώρα ασήμαντη σε μέγεθος (μέγεθος εδαφικό, οικονομικό, πολεμικής ισχύος) υποδέχεται την υπουργό Εξωτερικών της μόνης στον διεθνή χώρο υπερδύναμης, φροντίζει να επιδείξει στοιχεία που, παρά την ασημαντότητα της χώρας, εξασφαλίζουν στους πολίτες της αίσθηση αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ποιοτικά. Ανθρώπινη ποιότητα (προσωπικότητες με ξεχωριστά χαρίσματα, σοβαρότητα, επιβλητική παρουσία), ποιότητα συμπεριφοράς (αποκλεισμό του επαρχιωτισμού, «πατίνα» κατακτημένης αρχοντιάς), ποιότητα στόχων (και επιχειρημάτων αιτιολόγησης των στόχων).

Δεν είναι οπωσδήποτε προσόν για τον πρωθυπουργό και τον (ή την) υπουργό Εξωτερικών μιας ασήμαντης χώρας η επίδειξη «άνετης» συμπεριφοράς προς επίσημο εκπρόσωπο της μόνης υπερδύναμης. Τα πληθωρικά χαμόγελα, οι υπερβολικά θερμές παρατεταμένες χειραψίες, τα συνοδευτικά ακραγγίγματα στην πλάτη, οι δήθεν ανέμελες χειρονομίες, το θεατρικά «ανεπιτήδευτο» βάδισμα πιθανόν να εγκρίνονται σήμερα από τους «επικοινωνιολόγους», αλλά σίγουρα προκαλούν ανατριχίλα σε σοβαρούς αξιοπρεπείς διπλωμάτες. Διπλωματικές επιτυχίες δεν κατορθώθηκαν ποτέ με ερωτήσεις φτηνής οικειότητας μπροστά στις κάμερες (: «πρώτη φορά έρχεσθε στη χώρα μας; Θα μας ξανάρθετε για περισσότερες μέρες;») – όπως δεν κατορθώθηκαν και με κουμπαριές πρωθυπουργών ή με το να χορεύει ζεϊμπέκικο υπουργός Εξωτερικών με τον ομόλογό του χώρας πεισματικά και προκλητικά εχθρικής.

Θλιβερός επαρχιωτισμός και αντανακλαστικά ραγιαδισμού μοιάζουν αυτές οι τεχνητές ή αμήχανες «ανθρώπινες προσεγγίσεις». Προδίδουν ανύπαρκτo ή ακαλλιέργητο αισθητήριο διάκρισης ποιοτήτων. Και, είπαμε: Μόνο με όπλα ποιοτικά μπορεί να ασκήσει εξωτερική πολιτική μια ασήμαντη χώρα.

Μερικά πράγματα δεν διδάσκονται και, κανονικά, ούτε λέγονται ούτε γράφονται. Πώς να υποδείξει κανείς, χωρίς να γίνει άκομψος ή βάναυσος, ότι δεν μπορεί να είναι ίδιο το βάδισμα, η αμφίεση, ο «αέρας» αναστροφής μιας δημάρχου και μιας υπουργού Εξωτερικών. Οτι πελώριο χάσμα χωρίζει τους τρόπους του κομματικού στελέχους, του εθισμένου στην τηλεοπτική μονοτροπία της εκζήτησης εντυπώσεων, από τους τρόπους του υπεύθυνου διαχειριστή των συμφερόντων και ενδιαφερόντων ενός λαού με μακραίωνες ευαισθησίες ευγένειας και αξιοπρέπειας. Ακόμα και στην απίθανη περίπτωση ξένα κέντρα αποφάσεων να επιλέγουν τους Ελληνες υπουργούς Εξωτερικών (με κριτήριο, λ.χ., να έχουν φανατικά προπαγανδίσει την πλεκτάνη του Σχεδίου Ανάν), ακόμα και τότε θα συνέφερε να προσεχθούν κρίσιμες λεπτομέρειες: Οτι στους έμπειρους και ταλαντούχους διπλωμάτες η μακρά θητεία στο λειτούργημα έχει αποθέσει κάποιο είδος «πατίνας», μια «χάρη» συμπεριφοράς ευδιάκριτη και επιβλητική, που αξίζει να τη ζηλέψουν οι επαγγελματίες πολιτικοί.

Μόνο η ανθρώπινη ποιότητα, αποτυπωμένη σε κάθε παραμικρή λεπτομέρεια συμπεριφοράς και νοο-τροπίας των ηγετών, μπορεί να εξασφαλίσει σε μια ασήμαντου μεγέθους χώρα την άσκηση δυναμικής και τελεσφόρου εξωτερικής πολιτικής. Ανθρώπινη ποιότητα στη νοο-τροπία σημαίνει, πρωτίστως, εδραία αίσθηση αξιοπρέπειας. Και η εδραία αίσθηση αξιοπρέπειας σημαίνει: σεμνή (καθόλου αναιδή) αφοβία, δηλαδή ευτολμία – στους αντίποδες του ραγιαδισμού.

Μα την αλήθεια, από τι θα μπορούσε να απειληθεί ο Ελληνισμός, αν στην έκκληση της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών να συνεργήσουμε, ελλαδικό και κυπριακό κράτος, για να βγει από την «απομόνωση» η «Βόρεια Κύπρος», η Ελληνίδα ομόλογός της αντέτασσε το ερώτημα: Επειδή συνέπεσε σε αυτήν εδώ την ασήμαντη χώρα να γεννηθεί κάποτε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κριτική σκέψη και η λογική σύνταξη, διευκρινήστε μας αν ζητάτε να ακυρώσουμε τη λογική και τα παράγωγά της. H διεθνής κοινότητα έχει απομονώσει, εδώ και τριάντα δύο χρόνια, τους αυτουργούς εγκληματικής καταστρατήγησης του Διεθνούς Δικαίου, και σεις μας ζητάτε να συνεργήσουμε, εμείς τα θύματα του εγκλήματος, να πάψει η απομόνωση των αυτουργών; Να νομιμοποιήσουμε την καταδικασμένη από μύριες αποφάσεις του OHE εισβολή, κατοχή και τον προγραμματικό εποικισμό της γης των πατέρων μας, πανάρχαιας κοιτίδας του Ελληνισμού, από έθνος που επιβιώνει μόνο με εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες; Αυτό μας ζητάτε;

Η πολιτική πρακτική έχει αδιάσειστα αποδείξει ότι μια χώρα ασήμαντη στον χώρο των διεθνών σχέσεων αποκτά καίρια σημασία (κάποτε και ρόλο πρωταγωνιστικό), όταν οι εκπρόσωποί της μιλάνε σεμνά, αλλά άφοβα, γλώσσα λογικής προφάνειας. Μπορεί η πολιτική να είναι τέχνη του εφικτού, όχι όμως και γλώσσα έμφοβου ενδοτισμού, γλώσσα που μονίμως ταυτίζει το εφικτό με τον ραγιαδισμό.

Η ελάχιστη Κύπρος έδειξε πώς η σεμνή αφοβία της λαϊκής ψήφου και η ασυμβίβαστης λογικής προφάνειας γλώσσα του προέδρου της, στο δημοψήφισμα του Απριλίου 2004, ανέτρεψαν τους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς πανίσχυρων κρατών, τις απειλές και τους γκανγκστερικούς εκβιασμούς τους, αλλάζοντας ριζικά τους όρους του κυπριακού προβλήματος ύστερα από πενήντα χρόνια τελμάτωσης. Και σήμερα μακαρίζουμε τους Ιρανούς για την ασυμβίβαστη αξιοπρέπεια και την αρχοντιά τους, το κουράγιο να αντιπαλεύουν μόνοι και «πανταχόθεν βαλλόμενοι» την αδίστακτη παγκοσμιοποιημένη ισοπέδωση κάθε λογικής, κάθε αίσθησης δικαίου, κάθε ίχνους ανθρώπινης ποιότητας στην πολιτική.

Και επειδή μιλούσαμε πιο πάνω για την αποτύπωση της ανθρώπινης ποιότητας στις φυσιογνωμίες, στην αρχοντιά των χειρονομιών, στη «χάρη» της ειλικρίνειας και καθαρότητας: Είναι έντονος ο πειρασμός να συγκρίνει κανείς την τηλεοπτική εικόνα του ύπατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, όχι με την εικόνα των «επηρμένης οφρύος» εχθρών του (της «συμμορίας Μπους – Τσένι – Ράμσφελντ», όπως τους αποκαλεί ο Gore Vidal), αλλά με αυτήν των πολιτικών εκπροσώπων του ελληνικού ονόματος στον διεθνή στίβο σήμερα. Κυρίως με τη δική μας στην Ελλάδα «θρησκευτική ηγεσία», της οποίας η χρυσοποίκιλτη «μεγαλοπρέπεια» (αμίμητο κιτσαριό επαρχιωτισμού) συναγωνίζεται τις παιδαριωδίες του ρητορικού της στόμφου – αυτή την τραγική εικόνα ανεπίγνωστου αυτοχειριασμού που κατεδαφίζει κάθε ελπίδα ανάκαμψης της ποιότητας στην ελληνική κοινωνία.

Ενας Ιρανός είναι σήμερα έτοιμος να διακινδυνεύσει τα πάντα, γιατί η ηγεσία του τού εξασφαλίζει το προνόμιο του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας. O Ελληνας εισπράττει από τους ηγέτες του μειονεξία και ντροπή.