ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεμοδεικτης

H πρόταση (ανεπίσημη, ακόμη) του κυβερνώντος κόμματος να καθιερωθεί, στη συνταγματική αναθεώρηση, η πενταετής αντί της τετραετούς που ισχύει εδώ και πολλά χρόνια κυβερνητική θητεία, θεωρείται από τη Ν.Δ. (φυσικά, δική της ιδέα είναι…) αλλά και από πολλούς αναλυτές ως εν δυνάμει πολύ θετική και «παραγωγική». H επιμήκυνση του κυβερνητικού χρόνου, θεωρητικά τουλάχιστον, δίνει σε κάθε κυβέρνηση μεγαλύτερο περιθώριο και άνεση να υλοποιήσει το πρόγραμμά της, να κλιμακώσει τις «αλλαγές» και «μεταρρυθμίσεις» που θέλει να επιφέρει στο σύστημα για να αποδίδει καλύτερα, να μπορέσει να επιφέρει τις τυχόν αναγκαίες αναπροσαρμογές, που στην πράξη θα προκύψει ότι απαιτούνται στις… μεταρρυθμίσεις της. Να προσφέρεται ο απαραίτητος χρόνος «επώασης» των όποιων καινοτομιών, τις οποίες και η κοινωνία θα κρίνει σε μεγαλύτερο βάθος και ως εκ του αποτελέσματος που προσδοκάται ότι οι πολιτικές θα έχουν. Θεωρητικά, να συμφωνήσουμε – αν και σε μια τέτοια συζήτηση και με τη λογική της «κολοκυθιάς», κάποιοι θα πουν «και γιατί πέντε;», «αμ πόσα» θα απαντήσουν οι άλλοι, «έξι…» θα αντιπροτείνουν οι πρώτοι, και άκρη δεν πρόκειται να βρεθεί…

Σύνηθες και χιλιοπαιγμένο στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα το «επιχείρημα» (όλων!) των κομμάτων εξουσίας, πως «για να ολοκληρώσουμε το έργο και το πρόγραμμά μας θα χρειαστούν περισσότερες από μια θητείες». Επιχείρημα που εκ πείρας πλέον γνωρίζουμε πως δεν εδράζεται τόσο στο… εύρος και το βάθος των κυβερνητικών καινοτομιών και εκσυγχρονιστικών οραμάτων όσο στη μικροκομματική και μικροπολιτική «λογική» να υπόσχεσαι πολλά, να τολμάς τα… πιο ανώδυνα, να δεσμεύεσαι για «περισσότερα» στο μέλλον και να κρατάς πάντα (έτσι ελπίζουν, τουλάχιστον…) το εκλογικό σώμα με το δολωμένο αγκίστρι στο στόμα…

Σίγουρα απαιτείται ένα σημαντικό χρονικό διάστημα για να αρχίσουν να αποδίδουν καρπούς οι νέες πολιτικές – πόσω μάλλον αν πρόκειται για πολιτικές πραγματικά καινοτόμες και «ανατρεπτικές» παγιωμένων στρεβλώσεων και δυσλειτουργιών. Το ζητούμενο, όμως, με δεδομένο μάλιστα ότι όσο πιο πολύ αργούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τόσο το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν επιβαρύνεται, οι λύσεις καθίστανται σημαντικά πιο «επώδυνες» και ο χρόνος απόδοσης των μέτρων «τραβάει», είναι το πόσο «έγκαιρα» και ολοκληρωμένα (που σημαίνει πρέπει να έχει προϋπάρξει συστηματική προεργασία και σχεδιασμός…) αρχίζουν να εφαρμόζονται τα μέτρα που υλοποιούν συγκεκριμένες πολιτικές.

Ζητούμενο επίσης, και μάλιστα… αυξημένου «ειδικού βάρους», είναι το εάν και κατά πόσο οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες και προετοιμασμένες να επιφέρουν τις μεταρρυθμίσεις και τους εκσυγχρονισμούς που ευαγγελίζονται και περιλαμβάνουν (συνήθως… γενικόλογα και ανώδυνα – έστω) στο πρόγραμμά τους, αδιαφορώντας για το «πολιτικό κόστος». Το οποίο όσο πιο βαθιές και ριζικές είναι οι αλλαγές τόσο πιο μεγάλο θα είναι, αν αναλογισθεί κανείς πως ο άνθρωπος (και όχι μόνο ο… Νεοέλληνας!) από τη φύση του απεχθάνεται τις μεταβολές και τις ανατροπές, βολεύεται σε αυτό που έχει συνηθίσει, έχει την τάση να υπερασπίζεται μετά πάθους τη «ρουτίνα» του και αντιδρά όταν τον «ξεβολεύεις» -ακόμη και αν πρόκειται για το καλό του, που όμως δεν θα προκύψει άμεσα, «εδώ και τώρα», αλλά θέλει κάποιο χρόνο για να φανεί…

Με βημα… «σημειωτον»!

Ως προς αυτό, η εμπειρία μάλλον απογοητευτική είναι. Θυμόμαστε τα τελευταία χρόνια «μεταρρυθμίσεις», «διορθωτικές αλλαγές» και «εκσυγχρονισμοί» να μεταφέρονται από… τη μια στην επόμενη κυβερνητική «χρήση», κάθε λίγο και λιγάκι να επανεξαγγέλλονται «αλλαγές» που θεωρητικά είχαν… ήδη γίνει και έπρεπε να έχουν αρχίσει να αποδίδουν. O κάθε υπουργός να ενδιαφέρεται περισσότερο για το «χωράφι» του (και τις εντυπώσεις που θα αφήσει στη διάρκεια της θητείας του…) και λιγότερο για το συνολικό και ενιαία συντονισμένο κυβερνητικό «εκσυγχρονιστικό» έργο (γίναμε -και γινόμαστε ακόμη- μάρτυρες και κωμικοτραγικών καταστάσεων έπειτα από ανασχηματισμούς, που ο κάθε «νέος» ακύρωνε τη «μεταρρύθμιμση» του προηγουμένου και… ξεκίναγε τη δικιά του…) με «κορυφαία» παραδείγματα τις επεμβάσεις στην παιδεία και την… «αιδήμονα» αποφυγή κάθε ουσιαστικής ενασχόλησης με το ασφαλιστικό…

Και η σημερινή κυβέρνηση ευαγγελιζόμενη γενναίες και ριζικές μεταρρυθμίσεις (περιβεβλημένες μάλιστα με το κύρος μιας δέσμευσης για «επανίδρυση του κράτους»…) ήρθε στην εξουσία. Είχε διακηρύξει πως τις είχε μελετήσει και σχεδιάσει προσεκτικά και σε βάθος, που πάει να πει πως γνώριζε το κόστος τους (οικονομικό, αλλά… κυρίως «πολιτικό»!), τις διαδικασίες για την υλοποίηση και εφαρμογή τους (για πολλές από αυτές είχαν εξαγγελθεί και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με προτεραιότητες και τα λοιπά…), τις επιπτώσεις που θα είχαν μεμονωμένα αλλά και σε συνδυασμό με το γενικότερο «σύστημα» που θα άλλαζε ρότα και ρυθμούς.

Δεν ανταποκρίθηκε σ’ αυτές τις δεσμεύσεις ούτε στον αριθμό ούτε στο υπεσχημένο «βάθος» τους. Κινήσεις έγιναν αναμφίβολα, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν και κυρίως δεν φάνηκε να εντάσσονται σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο ώστε το ένα μέτρο να «δένει» σαν γρανάζι και να κινεί και το άλλο. Καταγράφηκε (ομολογείται και από τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη) μια μεγάλη καθυστέρηση στην έναρξη των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, που τη μια αποδόθηκε στον εστιασμό του ενδιαφέροντος και της κυβερντικής ικμάδας στους Ολυμπιακούς (που, πάντως, τέλειωσαν… πρόπερσι τον Σεπτέμβριο!), την άλλη στη «χειρότερη του αναμενομένου» κατάσταση που παρέλαβε από το ΠΑΣΟΚ, σε όλα τα επίπεδα. Επιχείρημα, πάντως, που ακόμη και στον βαθμό που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι ελάχιστα κολακευτικό να διατυπώνεται από ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας, που διατεινόταν επί τέσσερα χρόνια ότι είναι «εν δυνάμει κυβέρνηση»…

Προβληματικο διπολο

Στον αντίποδα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται και αυτό διστακτικό και αμήχανο, ανίκανο να κερδίσει την κυβερνητική φθορά, αναμενόμενη έτσι και αλλιώς λίγο μετά το μέσο μιας θητείας, επιβαρυμένης δε από τις αναποφασιστικότητες και τα πισωγυρίσματα του κυβερνητικού επιτελείου. Και αυτή η μειονεξία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η πολύ κατώτερη του λογικά αναμενόμενου ανταπόκριση που έχει στην κοινωνία, καταγράφεται με σαφήνεια σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις. Δεν είναι μόνο η ισχύουσα ακόμη ανάμνηση του κυβερνητικού παρελθόντος του αυτού καθ’ αυτού, αλλά και «φιλοτεχνημένου» από την επικοινωνιακή πολιτική (που βρήκε έδαφος να ανθήσει…) του αντίπαλου κόμματος εξουσίας.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η μειωμένη απήχηση που έχει στο εκλογικό σώμα και η προβληματική αξιοπιστία του οφείλονται στο… «μετέωρο βήμα» του κατά την άσκηση του θεσμικού ρόλου του ως αξιωματική αντιπολίτευση. Ακόμη δεν έχουν αποφασίσει «κεντρικά» στο ΠΑΣΟΚ αν επιλέγουν (πότε θα επιλέξουν; – στο τρίτο μετεκλογικό έτος μπήκε και η αξιωματική αντιπολίτευση, εκτός από το κυβερνών κόμμα!) την τακτική του «ώριμου φρούτου», που για τη Ν.Δ. απέδωσε έπειτα από δύο θητείες, ή αν θα προβάλλουν την εικόνα ενός μεγάλου κόμματος, που μπορεί να μαθαίνει από τα σφάλματά του, αναπροσαρμόζεται στις νέες καταστάσεις και απαιτήσεις, διαμορφώνει συγκεκριμένη, σχεδιασμένη, καθαρή εναλλακτική πολιτική πρόταση (συνολικά και στους επιμέρους επίμαχους τομείς της άμεσης προτεραιότητας – ασφαλιστικό, ανάπτυξη, παιδεία, δομική λειτουργία του κράτους), τολμάει και δεσμεύεται…

Δίνει την εικόνα αενάως… προβληματιζόμενης και αναποφάσιστης «ομάδας», που από τη μια, διά στόματος του αρχηγού της, βρίσκει στοιχεία ρεαλισμού και αναπόφευκτης «δράσης» σε κάποιες κυβερνητικές επιλογές και… έπειτα από δύο 24ωρα, εξαιτίας «αντιστάσεων» επωνύμων και υπό διαμόρφωση «ομάδων συμφερόντων», υπαναχωρεί, αλλάζει ρότα, «καταγγέλλει» και… δεν προτείνει το παραμικρό! Απορρίπτει «γενικώς» τις όποιες κυβερνητικές κινήσεις και πρωτοβουλίες (ακόμη και σε τομείς που η κυβέρνηση απλώς… ακολουθεί τα αχνάρια του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ!), αλλά αποφεύγει με θρησκευτική ευλάβεια να ξεκαθαρίσει τι θα έπραττε το ίδιο από τη θέση του υπεύθυνου διαχειριστή της εξουσίας. Αρκείται στο να «αξιολογεί» τις προτάσεις και ιδέες που διατυπώνονται από στελέχη του (και αυτή η αξιολόγηση έχει όλα τα… γνωρίσματα του εσωκομματικού συγκρουόμενου τοπίου θολούρας και προσωπικών πολιτικών…), και αυτό όχι με όρους «γενικής πολιτικής», αλλά από το μετερίζι της ενδοκομματικής σκοπιμότητας.

Από αυτήν την αμηχανία και αδράνεια της αντιπολίτευσης μπορεί να (επ)ωφελείται η κυβέρνηση. Αλλά είναι σίγουρο, πως με τέτοιους «συσχετισμούς» δεν προάγεται η πολιτική (εξ ου και η αναξιοπιστία και η δυσαρέσκεια της κοινωνίας στο «πολιτικό σύστημα»), δεν εκπονείται «εθνικό όραμα», δεν διευκολύνονται λύσεις για την άρση των αδιεξόδων…